Ἡ λέξη «ἄμμος» στὰ ἀρχαῖα ἀρχικῶς «ψάμμος» προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «ψάω» = τρίβω/ τρίβω κάτι γιὰ νὰ τὸ κάνω λεῖο/ καθαρίζω/συντρίβω/κάνω σκόνη
ἄμμος < ψάμμος <ψάφ-μος < ψά-ω
Οἱ ἔννοιες τοῦ ῥήματος αὐτοῦ κατέληξαν στὴν ἄμμο ποὺ σημαίνει τοὺς πολὺ λεπτοὺς κόκκους λίθων.
Συγγενικὰ τῆς λέξης εἶναι τὸ «ψῆγμα», «ψιλὸς» «ψωθὶον» (=μικρὴ μπουκιὰ) ἔτσι καὶ τὸ «ψωμι» <«ψωμὸς» (=τὸ μικρὸ κομμάτι ἄρτου) «ὁ ψωλὸς» (=τὸ πέος μετὰ τὴν περιτομὴ ποὺ ἔχει γίνει λεῖο)
