Powered By Blogger

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΣΕ «-ειστε» ἤ «-ηστε» ;

Ἕνα πολὺ συχνὸ λάθος ποὺ συναντᾶμε καὶ πιὸ συχνὰ εἶναι στὴν ἐσφαλμένη ὀρθογραφία τῆς προστακτικῆς στὸ β' πληθυνιτκό.


Δηλαδή, γράφουν «Επικοινωνείστε με την γραμματεία» ἀντὶ «Επικοινωνήστε με την γραμματεία»


Λογικὸ ὅταν δὲν γνωρίζουμε πῶς βγαίνει ἡ προστακτικὴ ποὺ χρησιμοποιοῦμε στὸν λόγο καὶ σὲ ποιὸν ῥηματικὸ χρόνο ἀνήκει.


Τὸ «Ἐπικοινωνῆστε» καὶ τὸ κάθε προστακτικῆς σὲ «-ῆστε» εἶναι β´ πληθυντικὸ προστακτικῆς χρόνου ΑΟΡΙΣΤΟΥ, ὄχι ΕΝΕΣΤΩΤΑ.

Ὁ Ἐνεστὼς σχηματίζει προστακτικὴ «ἐπικοινωνεῖτε» καὶ χαρακτηρίζει ἐντολὴ διαρκείας, καὶ ἀπὸ ἐδὼ γίνεται ἡ ἐσφαλμένη ὀρθογραφία, ἐπειδὴ θεωροῦμε ὅτι τώρα προστάζουμε γιὰ κάτι, ἄρα θεωροῦμε τὸν τύπο «ἐπικοινωνῆστε» παροντικοῦ χρόνου, ἐνῷ πρόκειται γιὰ τύπο «ἀορίστου» ποὺ ἔχει ἰδιότητα ἐντολῆς μίας φορᾶς καὶ μάλιστα βλέποντας παλιὲς ἑλληνικὲς ταινίες θὰ καταλάβετε καὶ πῶς προκύπτει αὐτὸ ὁ ἀόριστος.

Ἀρχικὰ ὁ τύπος δὲν ἦταν «ἐπικοινωνῆστε» ἀλλὰ «ἐπικοινωνήσατε» καὶ ἐν συντομίᾳ λόγου ἔγινε «ἐπικοινωνῆστε».

Σίγουρα ἔχουμε ὅλοι ἀκούσει τὴν φράση «Ἀκούσατε! Ἀκούσατε!»  ὅταν θὰ ἔβγαζε λόγο κάποιος· δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τύπο προστακτικῆς ἀορίστου μὲ στὰ νέα ἑλληνικὰ ἔχει γίνει «Ἀκοῦστε! Ἀκοῦστε!»

Ἑκεῖ πρέπει, λοιπόν, νὰ δώσουμε βάση. Νὰ κατανοήσουμε καλύτερα τοὺς τύπους ποὺ χρησιμοποιοῦμε.

Σίγουρα ἄν ὁ τύπος εἶχε μείνει ὡς «Ἀκούσατε», «ἐπικοινωνήσατε» κ.λπ. ἀντὶ νὰ ἁπλοποιηθεῖ τότε θὰ ἀναγνωριζόταν μονομιᾶς, ἀλλὰ μιᾶς καὶ ἡ γλῶσσα ἐξελίσσεται, πρέπει νὰ γνωρίζουμε, τί χρήση κάνουμε, γιὰ νὰ τὴν γράφουμε σωστά.

Ἔτσι ξέρουμε ὅτι ἔχουμε τὴν προστακτικὴ ἐνεστῶτα ποὺ δίνει διάρκεια προσταγῆς, μιᾶς καὶ ὁ ἐνεστῶτας εἶναι χρόνος παροντικὸς διαρκείας καὶ εἶναι καὶ ἡ πολυσύχναστη προστακτικὴ ἀορίστου, ποὺ δίνει προσταγὴ τῆς στιγμῆς, μιᾶς καὶ ὁ ἀόριστος εἶναι χρόνος στιγμιαῖος.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

ΝΤΟΥΖΙΕΡΑ... ἑλληνιστί...

«Καταιονιστήρας» ἡ ἑλληνικὴ λέξη ποὺ ἀποδίδει τὴν ξένη λέξη «ντουζιέρα».


Προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «καταιονίζω» (=ἐξακοντίζω νερὸ στὸ σῶμα)

καταιονίζω < καταιονάω-ῶ + -ιζω < κατὰ + αἰονῶ (=ὑγραίνω)


καταιονισμὸς = ντουζ, ρίψη νεροῦ στὸ σῶμα.

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Περί «ΕΓΕΡΘΗΤΙ»...

Μιᾶς καὶ ἔχει καταντήσει καραμέλα λόγῳ τῶν ἡμερῶν αὐτὴ ἡ λέξη, ἂς δουμε καλύτερα καί τί σημαίνει καί πῶς κλίνεται ὀρθῶς.


Προέρχεται ἀπὸ τὸ «ἐγείρομαι» (= σηκώνομαι) καὶ τὸ «ἐγέρθητι» εἶναι ἡ προστακτικὴ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου «ἠγέρθην» ποὺ ἔχει ὡς ἐξῆς:


α´ ἑνικοῦ:     -
β´ ἑνικοῦ:  ἐγέρθητι
γ´ ἑνικοῦ:  ἐγερθήτω
α´ πληθ.        -
β´ πληθ.    ἐγέρθητε
γ´ πληθ.    ἐγερθέντων / ἐγερθήτωσαν




Ἑπομένως καὶ τὸ «ἐγέρθητω» ποὺ συχνὰ ἀκούγεται εἶναι ἐσφαλμένο καί ἀπὸ ἄποψη γραμματικὴ καί ὀρθογραφική. Γιατὶ ὁ τόνος εἶναι ἀλλοῦ. «Ἐγερθήτω», ἀλλὰ ἐπίσης ὅταν ἀναφερόμαστε ἄμεσα σὲ πολλοὺς χρησιμοποιοῦμε τὸ β' πρόσωπο πληθυντικοῦ «ἐγέρθητε», οὔτε «ἐγερθήτω» γιατὶ δὲν μιλᾶμε γιὰ κάποιον τρίτο σὲ κάποιον, ἀλλὰ εἶναι ἄμεση διαταγή, προσταγή, ἀλλὰ οὔτε καὶ «ἐγέρθητι» γιατὶ δὲν εἶναι ἕνας ποὺ ἀπευθυνόμαστε, οὔτε εἶναι κάποια ἀόριστη ἔκφραση, ποὺ χρησιμοποιεῖται σὲ κάθε περίπτωση, μά, ἕνα ῥῆμα μὲ προσωπα.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

ΣΥΧΝΟΤΑΤΟ ΛΑΘΟΣ! ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ-ΕΦΕΥΡΕΣΗ

Ἕνα συχνὸ λάθος τῆς καθημερινότητας εἶναι ἡ σύγχυση ἀνάμεσα στὶς λέξεις «ἀνακάλυψη» καὶ «ἐφεύρεση», ὅπως καὶ τῶν ῥημάτων τους «ἀνακαλύπτω», «ἐφευρίσκω», μὲ τάση ἐπικάλυψης τῆς λέξης «ἐφευρίσκω» ἀπὸ τὴν λέξη «ἀνακαλύπτω». Ἔχουν, ὅμως, ἀρκετὰ μεγάλη σημασιολογικὴ διαφορά. 


«Ἀνακαλύπτω» σημαίνει:
1) βρίσκω κάτι ποὺ ὑπῆρχε, ἀλλὰ ἦταν ἄγνωστο/ βρίσκω ἔπειτα ἀπὸ ἔρευνες ἢ τυχαία κάτι κρυμμένο. 
2) μαθαίνω κάτι ποὺ δὲν γνώριζα/ συμπωματικὰ ἢ ἀπὸ ἀναζήτηση καταλήγω σὲ κάποιο συμπέρασμα, σκέψη/ ἀρχίζω νὰ ἀσχολοῦμαι μὲ κάτι ποὺ ὡς τώρα δὲν μοῦ κινοῦσε τὸ ἐνδιαφέρον.


«Ἐφευρίσκω»:
1) ἐπινοῶ κάποιο καινούργιο μηχανισμό, κάτι πρωτότυπο, κάποιο νέα μέθοδο.
2) ἔχω πρωτότυπες πρακτικὲς ἰδέες/ ἐπινοῶ δικαιολογίες, γιὰ νὰ ἀποφύγω  ἢ πετύχω κάτι.


Ἔτσι: 


Ὁ Κολόμβος ἀνακάλυψε τὴν Ἀμερικὴ (ὑπῆρχε ἤδη)
Ὁ Γκράχαμ Μπέλ ἐφηῦρε τὸ τηλέφωνο (δὲν ὑπῆρχε, τὸ ἐπινόησε πρῶτος)
Ἀνακάλυψε τὴν πυρίτιδα (ὑπῆρχε ἡ ὕλη αὐτή)


Ὁ Ἥρωνας ἀνάκαλυψε τὴν δύναμη τοῦ ἀτμοῦ· ἡ πρώτη, ὅμως, ἀτμομηχανὴ ἐφευρέθηκε πολλοὺς αἰῶνες ἀργότερα. 
(χαρακτηριστικὸ διαφοροποιητικὸ παράδειγμα λεξικοῦ)

Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

ΕΠΗΡΕΑΖΩ ἀλλὰ ΕΠΙΡΡΟΗ, γιατί;

Ἂν καὶ θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι πρόκειται γιὰ λέξεις τῆς ἴδιας οἰκογένειας παραγώγων, ἐν τούτοις δὲν εἶναι.


Ἔχουν ἐντελῶς διαφορετικὴ ἐτυμολογία.


ΕΠΙΡΡΟΗ < ἐπιρρέω < ἐπὶ +ῥέω.


Ἀρχικῶς, ἐπιρροή σήμαινε τὴν εἰσροή νεροῦ. Στὴν συνέχεια ἄρχισε νὰ χρησιμοποιεῖται καὶ μεταφορικῶς, καταλήγοντας στὰ νεώτερα ἑλληνικὰ νὰ ἀποδίδει τὸ γαλ. influence.


ΕΠΗΡΕΑΖΩ < ΕΠΗΡΕΙΑ < ἐπὶ + ἀρειή [ἀρειά= ἀπειλή, βλάβη/ ἄρα= κατάρα]  ἢ ἐπὶ + ἔρις [μ᾿ ἔκταση φωνήεντος ἐν συνθέσει]


Στὰ ἀρχαῖα «ἐπηρεάζω» = φοβερίζω, ἀπειλῶ, ἐνοχλῶ, κακομεταχειρίζομαι. Στὴν πορεία ἡ λέξη «ἐπήρεια» πῆρε τὴν σημερινὴ ἔννοια λόγῳ ἀκουστικῆς σύμπτωσης κατὰ τὸν μεσαίωνα μὲ τὴν τότε λέξη «ἐπίρροια», ποὺ ἀντικατέστησε γρήγορα.


Ἐπιρροή καὶ ἐπήρεια ἔχουν τὴν σημασία τῆς ἐπίδρασης, ὅμως, ἡ λέξη ἐπήρεια («ὑπὸ τὴν ἐπήρεια»,  λέμε διαφόρων πραγμάτων ὄχι τόσο ἀνθρώπων) καὶ ἐπηρεάζω ἔχουν μία πιὸ ἀρνητικὴ χροιά. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν λέξη «ἐπιρροή» ποὺ ἔχει πιὸ μετριασμένη καὶ χρησιμοποιεῖται γιὰ ἐπιδράσεις σὲ πρόσωπα ἢ σὲ ἀποτελέσματα καταστάσεων, καὶ κυρίως σημαίνει ἐπίδραση ἀπὸ πρόσωπο καὶ ὄχι οὐσίες π.χ. Δὲν θὰ λέγαμε, δηλαδή, «ἡ ἐπιρροὴ τῶν ναρκωτικῶν» τόσο, ὅσο «ἡ ἐπήρεια τῶν ναρκωτικῶν» ἢ πιὸ σωστὰ «ἡ ἐπιρροὴ τοῦ τάδε πολιτικοῦ στὸν λαό» ἀπὸ «ἡ ἐπήρεια τοῦ τάδε πολιτικοῦ στὸν λαό»

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗΝΑΣ... ΠΟΙΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΗΝΕΣ...

Τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ ἡμερολόγιο ἦταν σεληνιακό· ὑπολόγιζαν σεληνιακά, ἀπὸ τὴν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ λεπτοῦ δρέπανος τῆς σελήνης (νουμηνία) ὡς τὴν ἐπανεμφάνισή του. 
Εἶχαν ἔτσι 29 μέρες καὶ 13 ὧρες. Ἔτσι, πρακτικὰ ἔβαζαν ἐναλλάξ 29 καὶ 30 ἡμέρες. (πλήρεις καὶ κοῖλοι μῆνες ἀντίστοιχα)
Διχομηνία ἦταν ἡ ἡμέρα τῆς πανσελήνου, ποὺ χώριζε στὴν μέση τὸν μῆνα (ἀπὸ τὴν πρώτη νουμηνία ὡς τὴν ἄλλη). 
Λόγῳ, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ τρόπου σύντομα ἀντελήφθησαν ὅτι τοῦς περίσσευαν περίπου κάθε τριετία ἀρκετὲς ἡμέρες καὶ ἔτσι θεσπίστηκε ὁ ἐμβόλιμος μῆνας Ποσειδεὼν Β´ (ὕστερος ἢ δεύτερος) ποὺ ἀποτελεῖτο ἀπὸ 30 ἡμέρες. Ἔτσι τὸ ἔτος ἔφτανε στὶς 383-384 μέρες κάθε τριετία ἀπὸ τὸ σύνηθες τῶν 354. 

(Πρακτικὰ ὑπολόγιζαν τὸ ἔτος σὲ 360 ἡμέρες καὶ τὸν μῆνα στὶς 30)


Ἡ λέξη «μήνη» ποὺ σημαίνει «σελήνη» συνδέει τὶς δύο λέξεις τόσο πολύ, καθὼς φαίνεται μιᾶς καὶ ὁ  ἀρχαῖος «μὴν» οὐσιαστικὰ σημαίνει τὸν σεληνιακὸ κύκλος ἀπὸ τὴν μία νουμηνία στὴν ἑπόμενη.




Ὁ μῆνας στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ διαιρεῖτο σὲ 30 ἡμέρες, τὶς ὁποῖες χώριζαν, στὴν Ἀθήνα σὲ τρεῖς κατηγορίες δέκα ἡμερῶν:
α´) «μὴν ἱστάμενος» (ἢ «εἰσίων» ἢ «ἀρχόμενος»)
β´) «μὴν μέσων» 
γ´) «μὴν φθίνων» (ἢ «ἀπιὼν»)

γενικῶς σὲ δύο κατηγορίες: α´) μὴν ἱστάμενος (τὸ πρῶτο μισό) β´) μὴν φθίνων (τὸ δεύτερο μισό)

Οἱ μῆνες ἄλλαζαν ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχὴ ὀνομασία, ἀλλὰ κατὰ βάσην ἦταν:

1) Ἐκατομβαιὼν (περίπου 15 Ἰουλίου-15 Αὐγούστου) [30 ἡμέρες]
2) Μεταγειτνιὼν (περ. 15 Αὐγούστου- 15 Σεπτεμβρίου) [29 ἡμέρες]
3) Βοηδοδρομιὼν (περ. 15 Σεπτεμβρίου - 15 Ὀκτωβρίου) [30]
4) Πυανεψιὼν (περ. 15 Ὀκτωβρίου -15 Νοεμβρίου) [29]
5) Μαιμακτηριὼν (περ. 15 Νοεμβρίου -15 Δεκεμβρίου) [30]
6) Ποσειδεὼν (περ. 15 Δεκεμβρίου- 15 Ἰανουαρίου)  [29]
    Ποσειδεὼν Β' [30]
7) Γαμηλιὼν (περ. 15 Ἰανουαρίου-15 Φεβρουαρίου) [30]
8) Ἀνθεστηριὼν (περ.15 Φεβρουαρίου- 15 Μαρτίου) [29]
9) Ἐλαφηβολιὼν (περ.15 Μαρτίου-15 Ἀπριλίου) [30]
10) Μουνυχιὼν (περ.15 Ἀπριλίου-15 Μαΐου) [29]
11) Θαργησλιὼν (περ.15 Μαΐου -15 Ἰουνίου) [30]
12) Σκιροφοριὼν (περ. 15 Ἰουνίου-15 Ἰουλίου) [29]




ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ «ΛΑΓΝΕΙΑΣ»

«Λαγνεία» εἶναι ἡ φιληδονία, ἡ συνεχὴς και ἔντονη ἐπιθυμία γιὰ σεξουαλικὴ ἐπαφή.


Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐπίθετο «λάγνος»


λαγνεία < λάγνος < λαγαίω (=ἀφήνω, χαλαρώνω)


Βάσει αὐτοῦ ἡ πρώτη ἔννοια μᾶλλον σήμαινε αὐτὸν ποὺ ἀφήνεται στὶς ἐρωτικὲς ἀπολαύσεις καὶ στὸν ἔκλυτο βίο.