Ἡ λέξη «Ἅγιος» στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ σημαίνει τὸν ἀφοσιωμένο, τὸν καθιερωμένο στοὺς θεοὺς καὶ ἀργότερα καὶ τὸν εὐσεβή, τὸν ἁγνό, τὸν τιμοῦμενο.
Ἡ λέξη ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ῥήμα (ἅζω)/ἅζομαι = α') φοβᾶμαι β') σέβομαι γ) τιμῶ
Τὸ ἴδιο τὸ «ἅζομαι» < ἁγ-jομαι
ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐτυμολογικὸ θέμα ἔχει προέλθει καὶ ἡ λέξη «ἁγνός» ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν ἡ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖτο στὴν ἀττικὴ διάλεκτο ἀντὶ τῆς λέξεως «ἅγιος», ποὺ δὲν εἶχε εἰσαχθῆ στὴν γλῶσσα τους ἀκόμα.
Τὸ «ἅγος» ποὺ χρησιμοποεῖτο, ὅμως, σήμαινε : α') ἀντικείμενο θρησκευτικῆς εὐλάβειας β) ἀντικείμενο ἐξαγνισμοῦ
Τὸ ἰδιαίτερο καὶ ὄμορφο ποὺ συνέβη στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ εἶναι ὅτι ἀναπτύχθηκαν δύο θέματα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ θέμα «ἁγ-» στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο· τὸ πρῶτο θέμα δασυνόμενο καὶ σιγά-σιγά καὶ ἕνα ψιλούμενο «ἀγ-». Τὸ δασυνόμενο ἦταν καλῆς σημασίας ἐνῷ τὸ ψιλούμενο κακῆς.
Ἔτσι:
ἅγιος, ἅγος, ἅζομαι, ἁγνός
ἐνῷ :
ἄγιος = μιαρός, (τὸ) ἄγος =ἀνίερο/ἡ κατάρα, ἐν-ἀγής (ὁ σὲ ἄγος) = ὁ καταραμένος
Προσοχή! Ὑπάρχει ἡ λέξη «ὁ ἀγός» ποὺ σημαίνει «ὁ ἀρχηγός, ὁ ἠγέτης» καὶ δὲν συνδέεται μὲ αὐτὴ· τὸ θέμα «ἁγ-» προέρχεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ ἄγω=ὁδηγῶ
Παρετυμολογικά, λόγῳ τῆς θρησκείας, πολλοὶ τὰ συνέδεσαν, ὥστε νὰ θεωροῦν «ἅγιο» αὐτῶν ποὺ ὁδηγεῖ
