ΜΠΆΝΙΟ (ἀντιδάνειο)< ἰταλ. bagno < ὑστλατ. bannium < λατ.
balneum < ballineum < ἀρχ. βαλανεῖον=λουτρὸ
Βαλανεῖον πιθανῶς ἐτυμολογείται:
<βαλανεῖον < βλύ(ζ)ω (=ἀναβλύζω/πλημμυρίζω) <φλύω < φλέω (=βρίθω/ἐκχειλίζω)
[ἀπὸ ἴδια ῥίζα μὲ τὸ φλέω: φλέψ(-βός), ὁ φελλός,
φαλλὸς > φάλλαινα (λόγῳ σχήματος)]
Ἔχει παρετυμολογηθεῖ ἐσφαλμένως μὲ τὴν "βάλανο", ὅμως
οἱ λέξεις αὐτὲς μόνον μοιάζουν ἐλαφρῶς. (δες)
(Ἐδὼ κι ἄλλα ἀντιδάνεια)
