Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ετυμολογια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

ΜΠΑΝΙΟ (ετυμολογία ελληνική)




ΜΠΆΝΙΟ (ἀντιδάνειο)< ἰταλ. bagno < ὑστλατ. bannium < λατ.

balneum < ballineum < ἀρχ. βαλανεῖον=λουτρὸ


Βαλανεῖον πιθανῶς ἐτυμολογείται: 

<βαλανεῖον < βλύ(ζ)ω (=ἀναβλύζω/πλημμυρίζω) <φλύω < φλέω (=βρίθω/ἐκχειλίζω) 

[ἀπὸ ἴδια ῥίζα μὲ τὸ φλέω: φλέψ(-βός), ὁ φελλός,

 φαλλὸς > φάλλαινα (λόγῳ σχήματος)]



Ἔχει παρετυμολογηθεῖ ἐσφαλμένως μὲ τὴν "βάλανο", ὅμως 

οἱ λέξεις αὐτὲς μόνον μοιάζουν ἐλαφρῶς. (δες)


(Ἐδὼ κι ἄλλα ἀντιδάνεια)

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

ΗΧΟΣ (πόθεν ἔρχεται;) ΗΧΩ, ΙΑΧΗ;


Στὰ ἀρχαῖα πρόκειται ἀρχικῶς γιὰ τὴν λέξη «ἡ ἠχή», στὰ δωρικὰ « ἀχά », ἀργότερα ἔγινε «ἦχος». 
Σήμαινε δέ, τὸν δυνατὸ θόρυβο, τὸν ταραχώδη θόρυβο τοῦ ὄχλου, ἀλλὰ καὶ τὸν ρόχθο (τὸν ταραχώδη θόρυβο τῶν κυμάτων)

Ἡ πιὸ παλιὰ βάση τῆς λέξης εἶναι ὑπὸ τὴν μορφὴ «Fαχά» , καὶ φαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ εἶναι μία ἠχομιμητικὴ, ὀνοματοποιημένη λέξη, βάσει τῶν βασικῶν ἤχων ποὺ ἀρθρώνονται καὶ ἀκούγονται σὲ μία ὀχλαγωγία. 

Ἀργότερα προέκυψε τὸ ἀρσενικὸ «ἦχος» προσδίδοντας τὴν ἔννοια ποὺ ἔχουμε καὶ σήμερα. 

Ἡ λέξη «ἠχώ» σήμαινε τὸν δυνατὸ θόρυβο ἀπὸ ἀντανακλούμενο ἦχο, ἀναπαλλόμενος ἦχος, ἀντήχησις.  Τὸ «ω» λογικῶς λόγῳ τοῦ ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ πιὸ κατεξοχὴν μακρὸ φωνῆεν.

Ἡ λέξη «ἰαχὴ» εἶναι ἐπίσης ὀμόρριζη μιᾶς καὶ θεωρεῖται ὅτι παρήχθη ἀπὸ τὸ  «FιFαχά», δηλαδὴ ἀπὸ ἀναδιπλασιασμός τῆς λέξης «Fαχά», καὶ μιᾶς καὶ πρόκειται γιὰ κραυγή, δυνατή φωνή ἢ κραυγὴ ὀδύνης, πόνου  (στὴν ὁποία περίπτωση ἀναπαράγουμε συνέχως ὄμοιους ἤχους) εἶναι εὐνόητη ἡ δημιουργία της ὑπ' αὐτὸν τὸν τρόπο. ]
Ὑπήρχαν δὲ δύο ῥήματα τὸ :  ἰάχω καὶ ἀργότερα προέκυψε καί τὸ ἰαχέω. Τὸ πρῶτο σήμαινε κραυγάζω, βοῶ.. ὅταν εἶχε ἀντικείμενο σήμαινε ἐξυμνῶ κάποιον..τὸ «ἰαχέω» σήμαινε γιουχάρω, φωνάζω κατά κάποιου.

«ἰαχὴ» σήμερα σημαίνει ἐνθουσιώδεις κραυγές, βοές.

Βάσει ἤχου δημιουργήθηκαν πάμπολες λέξεις, καὶ βάσει θεωριῶν ὅλες οἱ πρῶτες βασικὲς λέξεις κάθε λαοῦ. Βάσει λέξεων τοῦ περιβάλλοντος ἢ ζώων ἔχουμε πλῆθος λέξεων τὶς ὁποῖες ὀνομάζουμε ἠχοποίητες ἢ πιὸ ἐπιστημονικῶς ἠχομιμητικές.









Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

ΑΜΜΟΘΙΝΕΣ (ετυμολογια)















(oἱ ἀμμοθῖνες τῆς Λήμνου / " οἱ ἄμ'δες" )


Ἡ λέξη «ἀμμοθῖνες» εἶναι σύνθετη καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «ἄμμος» καὶ τὶς «θῖνες» ὅπου «ἡ θὶς» (τῆς θινὸς) ὁ σωρὸς ἄμμου. 
Ἔτσι, μὲ αὐτὴ τὴν ὑπερβολὴ στὴν σύνθεση σημαίνουν  «οἱ ἀμμοθῖνες» μεγάλους σωροὺς ἄμμου.


Γιὰ τὴν λέξη «θὶς» μπορεῖτε νὰ δεῖτε καὶ στὸ ἄρθρο 
μιᾶς καὶ πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια λέξη ποὺ κρύβεται
 καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ὁμηρικὴ φράση.














ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ (ετυμολογία παραλίας)

(παραλία στὴν Λῆμνο)

Μὶα ὁμηρικὴ φράση τῆς Ἰλιάδας ποὺ ἀκόμα χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινότητα, θέλοντας νὰ ἀναφέρουμε ὅτι κάτι γίνεται παραλιακῶς.

Ἡ «θὶς» εἶναι 1) ὁ σωρὸς ἄμμου, (μετέπειτα ἔλαβε τὴν ἔννοια καὶ τοῦ σωροῦ μιᾶς καὶ βρίσκομε τὴν φράση «θὶς ὀστέων»=σωρὸς ὀστῶν) 2) ἡ ἄμμος τοῦ βυθοῦ τῆς θάλασσας. 

κλίνεται δὲ κατὰ τὰ ἐνρινόληκτα (μὲ χαρακτῆρα νῦ) τῆς γ'κλίσης.

Ὀν.        ἡ θὶς                            οἱ θῖνες
Γεν.    τῆς θινὸς                    τῶν θινῶν
Δοτ.     τῇ θινὶ                        ταῖς θισὶ
Αἰτ.     τὴν θῖνα                      τὰς θῖνας
Κλητ.    ὦ θὶς                           ὦ θῖνες

Καὶ ἔτσι ἔχουμε τὴν λέξη «ἀμμοθῖνες» = μεγάλοι σωροὶ ἄμμου, 
καὶ πολλὲς φορὲς καὶ σκέτο «θῖνες» = ἀμμώδεις λόφοι

                                    
Ἐνῷ ἡ λέξη «ἅλς» σημαίνει θάλασσα 

Βέβαια, στὰ ἀρχαῖα ὑπάρχει διαχωρισμὸς τῆς λέξης σὲ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό, καλύπτοντας δύο ἔννοιες:

ἡ ἅλς = θάλασσα
ὁ ἅλς= τὸ ἁλάτι

καὶ κλίνεται ὅπως τὰ ἐνρινόληκτα σὲ λ/ρ

ἡ/ὁ          ἅλς         αἱ/οἱ       ἅλες
τῆς/τοῦ  ἁλὸς        τῶν         ἁλῶν
τῇ/τῷ      ἁλὶ       ταῖς/τοῖς    ἁλσὶ
τὴν/τὸν    ἁλὰ     τὰς/τοὺς    ἅλας
ὦ            ἅλς            ὦ           ἅλες

καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο θέμα "ἁλ-" προέρχονται καὶ ὅλες οἱ σχετικὲς λέξεις: ἅλ-μη, ἁλ-μύρα κ.λπ

Ἔτσι ἐννοιολογικὰ καὶ ἡ σημερινὰ λέξη εἶναι ταυτόσημη τῆς φράσης αὐτῆς:  παρὰ θῖνα ἅλος  = κοντὰ στὴν σωρὸ ἄμμου τῆς θάλασσας => κοντὰ στὴν ἀμμουδιὰ τῆς θάλασσας => παρὰ τῆς ἁλὸς => παρ(ὰ) + ἁλ(ς) + ιο => παραλια(κῶς) (= στὴν παραλία)



Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Γοργόνα (ετυμολογία)


Γοργόνες ἦταν οἱ τρεῖς μυθικὲς ἀδελφές Σθενῶ, Μέδουσα, Εὐρυάλη στὴν μυθικὴ ἐκδοχὴ ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο.  Πλάσματα φριχτά, μὲ φίδια ἀντὶ μαλλιῶν καὶ ἕνα βλέμμα ἱκανὸ νὰ κάνει πέτρα ὅποιον τολμοῦσε νὰ τὸ ἀντικρύσει. 
Ἀνὰ περιοχὲς τὴν Γοργῶ συσχέτιζαν μὲ ἀέρινο/χθόνιο ἤ και  θαλάσσιο ὄν καὶ γιὰ αὐτὸ κάποια στιγμὴ μεταφέρθηκε ἡ ἔννοια σὲ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε σήμερα, λέγονας «γοργόνα»



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: 

Ἡ Γοργώ, (τῆς Γοργόος/Γοργοῦς, ἀργότερα «Γοργόνος» λόγῳ προσομοίωσης τῆς κλίσης) <γοργός (φριχτός, τρομερός |  ἄγριος )  

«Γοργὸς» στὰ ἄλογα συχνὰ σήμαινε αὐτὸ ποὺ λέμε «θερμόαιμο», «ἀτίθασο» καὶ ἔτσι ἐπὶ ἑλληνιστικῶν χρόνων πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ «ζωηρός» παίρνοντας μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει σήμερα «ζωηρός και σβέλτος»

*Ἡ λέξη γρήγορος δὲν σχετίζεται ἐτυμολογικά μὲ αὐτήν.






Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

ΜΗΤΡΥΙΑ ἢ ΜΗΤΡΙΑ / ΠΑΤΡΥΙΟΣ ἢ ΠΑΤΡΙΟΣ

Οἱ λέξεις ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὀρθογραφοῦνται ὡς 

«μητρυιά» καὶ «πατρυιός»

Ἄν καὶ ἡ παραγωγὴ μὲ "υι"  δὲν εἶναι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ γνωστὸ πῶς προέκυψε, τὸ γεγονός ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἡ λέξη γραφόταν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ καθὼς ἡ ἑλληνικὴ ὀρθογραφία εἶναι ἱστορικὴ (δηλαδὴ βασίζεται στὸν τρόπο παραγωγῆς καὶ "γέννησης" τῶν λέξεων)  τότε δὲν χωρεῖ λόγος ἁπλούστευσης τῆς ὀρθογραφίας.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

ΚΑΥΛΟΣ... (!)

Καυλός = τὸ στελέχος τοῦ φυτοῦ ποὺ ἐξέχει ἀπὸ τὴν γή, ὁ κορμός τοῦ φυτοῦ.


Στὰ ἀρχαῖα: τὸ καλάμι ἢ σωληνοειδοῦς μορφῆς στέλεχος, λαβή ξίφους.


Ἐξ αὐτῆς τῆς λέξης καὶ οἱ νεοελληνικὲς λαϊκότροπες σεξουαλικὲς ἐκφράσεις, ὅπως:
καυλί, καύλα, καυλωνω, καυλιάρης κ.λπ.