Powered By Blogger

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Μετρό (αντιδάνειο)

ΜΕΤΡΟ<métro< métropolitain< chemin de fer métropolitain (= μητροπολιτικὸς σιδηρόδρομος)< μητρόπολις

  Τὸ μετρὸ ἢ ἑλληνιστὶ μητροπολιτικὸς σιδηρόδρομος εἶναι τὸ ἡλεκτρικὸ σιδηροδρομικὸ δίκτυο τὸ ὁποῖο ὑπάρχει μέσα σὲ μία μεγαλόπολη, διευκολύνοντας τὴν μετακίνηση τῶν ἀνθρώπων ἐντὸς αὐτῆς. Ἄλλωτε εἶναι ὑπόγειος, ἄλλωτε ἰσόγειος καὶ ἄλλωτε ὑπέργειος. 
  Στὴν Ἑλλάδα, πρὸς στιγμὴν ὑπάρχει μόνο ἕνα τέτοιο δίκτυο στὴν Ἀθήνα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ὑπόγειο σιδηρόδρομο καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦν οἱ πολλοί «Ἡλεκτρικό», ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὑπόγειος καί ἱσόγειος καί ὑπέργειος, λειτούργησε δὲ ἀπὸ τὸ 1869 ὡς μέσο σύνδεσης Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν. Ὑπάρχει καὶ ὁ προαστιακός, βέβαια.



Περὶ κλίσης ξένων λέξεων...

Πολλὲς ξένες λέξεις εἰσχώρησαν καὶ εἰσχωροῦν στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (ἂν καὶ τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι περιττὲς καθὼς ὑπάρχουν ἀντίστοιχες ἑλληνικὲς) Ὅμως, παλαιότερα ὑπῆρχε ἡ ἀντίληψη ὅτι τὶς ξένες λέξεις δὲν πρέπει νὰ τὶς κλίνουμε, καθ᾿ ὅτι δὲν εἶναι ἑλληνικές. Ἔτσι μᾶς μάθαιναν καὶ στὸ σχολεῖο. 


Ὅμως, στὸ σχολεῖο καὶ ἄλλα περὶ τῆς γλώσσας μαθαίναμε, ἀλλὰ ἦταν λανθασμένα. (π.χ. παλικάρι, ἀγόρι κ.ἀ. ποὺ κανονικὰ εἶναι : παλληκάρι, ἀγώρι κ.ἀ.) Αὐτὸ τὸ ἔχει ἐπικρίνει καὶ ὁ κος Μπαμπινιώτης, θεωρώντας ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνας ἐξορθολογισμὸς στὴν σχολικὴ γραμματικὴ καὶ ὀρθογραφία.


Ὅσον ἀφορᾶ στὴν κλίση τῶν λέξεων, ὁ κος Μπαμπινιώτης (κάτι ποὺ ἐνστερνίζομαι ἀκράδαντα) ἐξέφρασε τὴν ἄποψη ὅτι ἐφ᾿ ὅσον οἱ ξένες λέξεις (καὶ ὀνόματα) μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν στὸ ἑλληνικὸ κλιτικὸ σύστημα, (ἔχουν δηλαδή ἑλληνόμορφη κατάληξη) μποροῦν νὰ κλίνονται κανονικά. Πόσο μᾶλλον ἂν ἔχουν περάσῃ στὴν καθημερινὴ ὁμιλία.
π.χ. 
τὸ παλτὸ (γαλ. palteau), τοῦ παλτοῦ... τὰ παλτά, τῶν παλτῶν... κ.λπ. 
ἡ πόρτα (ιτ. porta) τῆς πόρτας, τὴν πόρτα... οἱ πόρτες; τῶν πορτῶν... κ.λπ.
(τ)ὁ στυλό(ς)[<τὸ ἀρσενικὸ γένος ἀπὸ ἔλξη πρὸς τὸ «ὁ στυλογράφος»], τοῦ στυλοῦ...κ.λπ.
τὸ μετρό, τοῦ μετροῦ...κ.λπ.
τὸ πάρτι, τοῦ παρτιοῦ... τὰ πάρτια, τῶν παρτιῶν...κ.λπ (ὅπως, τὸ γλέντι, τοῦ γλεντιοῦ... τὰ γλέντια κ.λπ.)
ὁ Τώμας, τοῦ Τώμα... κ.λπ.
ἡ Μόνικα, τῆς Μόνικας.... κ.λπ.

Ἀντίστοιχα δὲν θὰ ἀναλογιζόμαστε κάθε φορὰ ποὺ ἔχουμε μιὰ Μαίρη ἢ Βίκη ἀπέναντί μας γιὰ τὸ ἂν ᾖναι ξένης καταγωγῆς ἢ ὄχι, γιὰ νὰ κλίνουμε τὸ ὄνομα.


*Στὴν ἀρχαιότητα ἔκλιναν κανονικὰ ὅλες τὶς λέξεις καὶ τὰ ὀνόματα, ἑλληνικὰ καὶ μή... Βέβαια, τὶς περισσότερες φορὲς -ὅπως καὶ πρὶν ὡρισμένα χρόνια- ἐξελλήνιζαν τὶς λέξεις καὶ τὰ ὀνόματα, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ τὰ μιλοῦν ἐυκολώτερα, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τὰ φέρουν πιὸ κοντὰ στὸν δικό τους πολιτισμικὸ χαρακτήρα.
π.χ. ὀνόματα ὅπως: Ἱησοῦς, Ἰωάννης καὶ ἄλλα ἐβραϊκὰ ὀνόματα ἢ περσικά(π.χ. Ξέρξης, Δαρεῖος, κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλης γλώσσας.
   στὰ νεώτερα χρόνια: Βολταῖρος, Βάκων, Νεύτων, Σακεσπῆρος, κ.ἀ.


Εἶναι, λοιπόν, ἡ μὴ κλίση λέξεων σὰν μία μορφὴ ὑποκριτισμοῦ ἀπέναντι στὴν ἴδια τὴν γλῶσσα, ποὺ ἔχει μία μοναδικὴ τάση νὰ κλίνῃ τὶς λέξεις, γιὰ νὰ διαφοροποιῇ τροπικότητες, ποὺ εἶναι σπάνιο φαινόμενο σὲ ἄλλες γλῶσσες. Καὶ αὐτὸ ὠθεῖ πολλὲς φορὲς νὰ ξεχνᾶμε καὶ αὐτὲς ποὺ κλίνονται ἐκ δημιουργίας τους, καθὼς εἶναι ἑλληνικότατες, ἐπειδὴ θεωρεῖται τάχα περίεργο ἀκουστικά.


π.χ. τὸ τάβλι, τοῦ ταβλι, τὰ τάβλι... ἐνῷ εἶναι τὸ τάβλι, τοῦ ταβλιοῦ (ἢ καὶ ταβλίου)... τὰ τάβλια, τῶν ταβλιῶν (ἢ καὶ ταβλίων)...



Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

ΤΑΞΙ!!! (αντιδανειο)

TAXI (ταξὶ)<συντ. taximetre (cab) < γαλ. taximètre <γεϱμ. taxameter< λατ. taxa+meter 


*taxa (=φόϱος) <ἀϱχ.ἑλ. τάξις (= ὁ κατ᾿ ἀναλογίαν καθοϱισμὸς φόϱου, βάσει τῆς πεϱιουσίας). 

 *meter < μετϱάω-ῶ

 

ταξίμετϱο: μετϱητὴς φόϱου, ποὺ ὑπῆϱχε μέσα στὸ συγκεκϱιμένο μέσο καὶ ποὺ ἔδωσε τὸ ὄνομά του καὶ στὸ ἴδιο στὴν ποϱεία.

Οὐδεὶς ἄσφαλτος!

ΆΣΦΑΛΤΟΣ:

 α´) ἀλάθητος, χωρὶς σφάλμα. <στερ. ἀ + θεμ. σφάλ- (σφάλλω) + -τος (ἐπίθεμα δυνατότητας) [ἀπὸ τὰ μεσαιωνικά χρόνια]

β´) εἶδος πίσσας. [μᾶλλον σιμιτικὴ λέξη. Λίμνη Ἀφαλτῖτις= ἡ Νεκρὰ Θάλασσα]

ΕΠΙΣΗΣ ὄχι ΕΠΕΙΣΗΣ

Τὸ «ἐπίσης» προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο «ἐπ᾿ ἴσης< ἐπὶ ἴσης» σημαίνει: ἐξ ἴσου, παρόμοια, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.
τίθεται: α´) ὡς ἀπόκριση σὲ εὐχή [π.χ. -Καληνύχτα.- Ἐπίσης] β´) ὡς συμπλήρωση σὲ κάτι μὲ ἄλλο ἰσοδύναμο στοιχεῖο [π.χ. Καὶ ὁ Γιάννης εἶναι ἐπίσης μαθητής.] γ´) ὡς μεταβατικὸς σύνδεσμος προσθέτει μία ἐπὶ πλέον ἰσότιμη ἢ σοβαρότερη πληροφορία. [π.χ. Ἐπίσης σᾶς θυμίζω ὅτι...]

ΩΑ καὶ ΩΤΙΑ!!!

Οἱ λέξεις /aftí/ καὶ /avγó/ εἶναι ἀρκετά δύσκολες γιὰ τοὺς γλωσσολόγους, καθώς ὁ τρόπος ποὺ σχηματίστηκαν ἦταν ἰδιόμορφος. Ἡ λέξη /avγó/ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἔκφραση: τὰ ὠά>ταωά (ἔγινε μία λέξη)>ταuά (τὸ ω /o/ προφέρθηκε ἀνάλφρο ου/u/)>ταγuά (συχνή ἡ προφορά τοῦ /u/ ὥς /γu/ με μετάθεση τοῦ /γ/ [*δὲς ὑαλί>γυαλί] )>ταuγά>ταvγά (μετά ἀπὸ συμφωνική προφορά τοῦ /u/ ὥς /v/ πρὶν ἀπὸ τὸ ἠχηρό σύμφωνο /γ/)>τ᾿ἀvγό (ὁ πληθυντικός ὑποχρέωσε καὶ τὴν ἀλλαγή τοῦ ἐνικοῦ) Στὸ /aftí/ ἔγινε παρόμοια ἀλλαγὴ ἀπὸ τὸν πληθυντικὸ: τὰ ὠτία>/tautía/>/tavtía/>/taftía/> /taftiá/ (φωτία>φωτιά) ἔπειτα μετέβη καὶ σὲ ἐνικό «τ᾿ αfτἰ».

Αὐτὲς οἱ μεταβολές ἔχουν νὰ κάνουν μὲ μία τάση τῆς γλῶσσας κατὰ τὴν ἀλεξανδρινή περίοδο, ποὺ ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἄρσης τῆς προσωδίας, τῆς μουσικότητας ποὺ εἶχε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Μιλοῦσαν τραγουδιστά, δηλαδή.

Γιὰ αὐτὲς τὶς δύο λέξεις, ὅλοι οἱ γλωσσολόγοι ὑποστηρίζουν αὐτὴν τὴν μεταβολή καὶ οἱ περισσότεροι ὑποστηρίζουν ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἡ μεταβολή ἔγινε ἐξελικτικὰ καὶ δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς μὲ δίφθογγο -αυ-, ὥστε νὰ προφερθῇ μὲ δίφθογγο καὶ νὰ γραφῇ ἔτσι (δηλαδή, αὐγό, αὐτί), προτιμότερη εἶναι ἡ ἁπλή γραφή (δηλαδή, ἀβγό, ἀφτί). 

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

ΥΦΑΛΟΣ, ΙΣΑΛΟΣ, ΕΞΑΛΟΣ....! (ετυμολογια/σημασια)

Ἕνα παράδειγμα γιὰ τὸ ὅτι ἡ ἴδια ἡ λέξη σοῦ λέει τὸ τί σημαίνει.


*Ὕφαλος: α´) βραχώδης προεξοχή τοῦ βυθοῦ, ποὺ ἴσα-ἴσα καλύπτεται ἀπὸ τὴν θάλασσα. β´) (στὰ πλοῖα «ὕφαλα») τὸ μέρος τοῦ πλοίου, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας.


ὑφάλος < ὑφ᾿ ἁλός (τὸ "π" πρὶν ἀπὸ δασεία τρέπεται σὲ "φ") < ὑπὸ ἁλὸς (<(ἡ) ἁλς= ἡ θάλασσα): κάτω ἀπὸ τὴν θάλασσα.


*Ἴσαλος: (συνηθ. στὰ πλοῖα «ἴσαλα») ἡ γραμμὴ στὶς πλευρὲς τοῦ πλοίου στὸ σημεῖο, ποὺ αὐτὸ ἐφάπτεται μὲ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας.


ἴσαλος < ἴσος + ἅλς : ἴσο μὲ τὴν θάλασσα


*Ἔξαλος: (συνηθ. στὰ πλοῖα «ἔξαλα») τὸ μέρος τοῦ πλοίου, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσα. [σπάνια λέγεται καὶ γιὰ τοὺς βράχους τῆς θάλασσας, ποὺ ἐξέχουν]


ἔξαλος < ἐξ(ἐκ) + ἁλς: ἐκτὸς τῆς θάλασσας