Powered By Blogger

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΠΠΑΣ ἢ ΠΑΠΑΣ;

Ἡ λέξη «παππάς» προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, στὸν ἴδιο τὸν Ὅμηρο μαρτυρεῖται ἡ λέξη «πάππας». Γράφεται, λοιπόν,  μὲ δύο πι ἐξ ἀρχῆς της, ἄρα καί σήμερα ἔτσι ὀφείλουμε νὰ τὴν γράφουμε, βάσει τῆς ἐτυμολογίας της.


Στὰ ἀρχαῖα, λοιπόν, «πάππας» εἶναι τὸ χαϊδευτικὸ τοῦ πατέρα, ὅπως σήμερα λέμε «μπαμπά». (ἀνάλογο μὲ τὸ «μάμμα»). «Πάππας», «παππίας» σὰν νὰ λέμε «πατερούλης», «παππάκης», «μπαμπάς», «μπαμπάκας».


Παρόμοια χαϊδευτικὰ πρὸς τὸν πατέρα «ἄττα», «ἄπφυ»...


«ὁ πάππας τοῦ πάππα» εἶναι ὁ «πάππος», ὁ «παπποῦς». (τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ἀκόμα. «πάππου πρὸς πάππου» λέμε. «πρόπαππος» ἢ «προπάππος»)


Στὴν πορεία τῆς γλώσσας, ὁ «πάππας» ἔγινε «παππάς» προσδιορίζοντας τὸν πατέρα τῆς ἐκκλησίας, τὸν ἱερέα τῆς χριστιανικῆς πίστης. (συνηθ. προσφώνηση «πάτερ»). «Πάππας» παρέμεινε ἡ ὀνομασία -διακρινόμενη ἀπὸ τὸν κοινὸ ἰερέα- τοῦ ἰεράρχη τοῦ Καθολικοῦ χριστιανικοῦ δόγματος.

ΞΟΒΕΡΓΑ ἢ ΞΩΒΕΡΓΑ (ἐτυμολογία)

Πολλοὶ συνεκδοχικὰ ἀπὸ τὰ «ξώπορτα», «ξωκκλήσι», κ.ἄ. ἔθεσαν καὶ τὴν λέξη «ξόβεργα» στὸ μυαλό τους ὡς τῆς ἴδιας κατηγορίας συνθέτων μὲ πρῶτο συνθετικὸ τὸ «ἐξω+» στὸ ὁποῖο σιγήθηκε τὸ ἀρχικὸ «ἐ».


Πρόκειται, ὅμως, γιὰ ἄλλη ἐτυμολογία· 


ξόβεργα < ξόβεργον < ἰξόβεργον < ἰξός (=τὸ φυτὸ «γκί») + βέργα  

ΝΗΣΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ἢ ΝΗΣΟΣ ΛΕΣΒΟΣ;

Ἕνα συχνὸ λάθος ποὺ γίνεται εἶναι ἡ ὀνομασία τοῦ ἐν λόγῳ νησιοῦ. Ἐνῷ τὸ ὄνομά του εἶναι «Λέσβος», πολλοὶ συνεκδοχικὰ ἀπὸ τὴν ὀνομασία τῆς πρωτεύουσας «Μυτιλήνης» ὀνομάζουν καί τὸ νησὶ τὸ ἴδιο «Μυτιλήνη».



Ἐτυμολογία: 


Μυτιλήνη < μυτίλος (=μύδι) [ἐπικρατέστερο ἔτυμο]
μυθολογικὰ πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν Μυτίλη ποὺ κατοίκησε πρῶτος στὸ νησί ἢ τὴν Μυτιλήνη κόρη τοῦ Μάκαρος.


Λέσβος εἶναι ἀβέβαιου ἐτύμου. Πιθανότατα πρόκειται γιὰ μία πελασγικὴ λέξη

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΥΚΤΙΚΗ

Σὲ ἕνα γενικὸ πλαίσιο ἡ εὐκτικὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς ῥηματικὲς ἐγκλίσεις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Χρησιμοποιεῖτο γιὰ τὴν ἔκφραση εὐχῆς [ἀπὸ ὅπου καὶ τὸ ὄνομα εὐκτικὴ (εὐκτικός< εὐκτὸς <εὔχομαι)] ἀλλὰ καί τὴν δυνατότητα, ὅταν εἶναι ἀνεξάρτητη. Ἀκόμα, χρησιμοποιεῖτο στὸν πλάγιο λόγο καὶ στὶς δευτερεύουσες προτάσεις ποὺ ἐξαρτοῦνταν ἀπὸ ῥήματα ἱστορικοῦ χρόνου.


Σήμερα ἐπιβιώνει σὲ ἐκφράσεις ὅπως «Θεός φυλάξοι».


Στὴν νέα ἑλληνικὴ ἡ χρήση τῆς εὐκτικῆς ἔχει λεξικοποιηθεῖ, ἐκφράζεται δηλαδή συμπληρωματικὰ μὲ κάποια λέξη (εἴθε/μακάρι/ἄμποτε)


π.χ. Θεός φυλάξοι = εἴθε ὁ Θεός νὰ φυλάξει/προσέξει


Ἀλλά, καί μὲ ῥῆμα: π.χ. Εὕχομαι ὅλα νὰ πᾶν ὅπως πρέπει.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

«Βρόμα» ἢ «Βρώμα» ;

Ποιὰ ἡ σωστὴ ὀρθογραφία;
Πρόκειται γιὰ δύο παρώνυμα:


‎(ἡ) βρόμα < μσν. βρόμα < άρχ. βρομῶ < ἀρχ. βρόμος <ἀρχ. βρέμω. Στὰ ἀρχαῖα δήλωναν θόρυβο, κρότο μὲ τὸν ἀέρα. Ὁμόρριζα τοῦ «βροντῶ».


(τὸ) βρῶμα (=φάγωμα) < βιβρώσκω (=τρώω)


 Ἡ ἐσφαλμένη ἐτυμολογία ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν λέξη «(τὸ) βρῶμα» (<βιβρώσκω) ποὺ προκάλεσε σύγχυση μὲ τὴν λέξη «(ἡ) βρόμα».καθὼς στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραφὴ ὑπάρχει ἡ φράση «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία» ποὺ προκάλεσε μία σύγχυση μεταξὺ τῶν λέξεων ἀλλὰ καὶ στὴν ἔννοια.
Ἐπίσης τὸ ὅτι ὡρισμένοι κρότοι ἀκολουθοῦνται ἀπὸ δυσοσμία ενέτεινε κάπως τὴν ἔννοια τῆς λέξης «βρόμα» ὥστε νὰ σημαίνει «δύσοσμία» καὶ ἐν συνεχείᾳ «ἀκάθαρσία» ὅπως σήμερα.


Ἀκόμη, ἡ λέξη «βρόμη» (τὸ δημητριακό) παρετυμολογήθηκε ὡς «βρώμη» ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τρόφιμο, ὅμως, ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ «βρέμω» λόγῳ τοῦ θορύβου ποὺ κάνουν τὰ συγκεκριμένα φυτὰ στὸν ἀέρα

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Ἑλληνογενής λέξη «TURBULENCE»

Ἡ λέξη «turbulence» εἶναι μία ἀκόμα ἀγγλικὴ λέξη μὲ ἑλληνικὴ ἀρχή.

turbulence < μεσν. γαλ. turbulent <λατ. turbulentus <λατ. turba <ἀρχ. ἑλ. τύρβη (=ἀναστάτωση, ἀταξία, θόρυβος, βαβούρα)

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

«ΚΑΘΙΣΑ» ἢ «ΚΑΘΗΣΑ»

Τὸ «κάθισα» πέραν τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «καθίζω» (κυρίως στὰ ἀρχαῖα ἐμφανίζεται), χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ἀόριστος τοῦ ῥήματος ἀποθετικοῦ «κάθομαι» συμπληρωματικά γιατί τὸ  «κάθομαι» προέρχεται ἀπὸ παρακείμενο ποὺ εἶχε σημασία ἐνεστώτα* καὶ κατέληξε ἀρχὴ νέου ῥήματος, ποὺ φυσικά ἤθελε συμπλήρωση ἀπὸ ἄλλο σχετικὸ ῥῆμα καὶ βρῆκε βάση στὸν ἀόριστο τοῦ «καθίζω» τοῦ ὁποίου ἡ 'ἀμετάβατη μορφὴ στάθηκε ἐπαρκής.


Τύπος «κάθησα» δὲν δικαιολογεῖται ἐτυμολογικά. Πρόκειται γιὰ σφάλμα συσχετισμοῦ μὲ ἀορίστους ἄλλων ῥημάτων μεσοπαθητικῆς φωνῆς. Ἐδὼ, ὅμως, εἶναι μία συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιομορφίας, καθὼς δὲν εἶναι ἐξελικτικὸς τύπος τοῦ ἴδιου ῥήματος, ἀλλὰ δάνειος τύπος ἀπὸ ἄλλο συναφές ῥῆμα.

«κάθισα», λοιπόν. 
κάθισα ἀόριστος τοῦ ἀρχ. καθίζω < κατὰ + ἵζω (ἵζω=βάζω κάποιον νὰ καθίσει, κάθομαι, λαμβάνω τὴν θέση μου)

Στὴν συνέχεια, βέβαια, πλάστηκε ὁ παρελθοντικὸς λαϊκὸς τύπος «ἔκατσα» ποὺ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ μεταβολὴ τοῦ «ἐκάθισα»
(έκάθισα> ἐκάθ'σα> *ἐκάτσα>  ἔκατσα)



*κάθομαι <ἀρχ. κάθημαι, παρακείμενος τοῦ καθέζομαι <κατὰ + 
ἕζομαι (ἕζομαι=καθίζω τὸν ἑαυτό μου)