(παραλία στὴν Λῆμνο)
Μὶα ὁμηρικὴ φράση τῆς Ἰλιάδας ποὺ ἀκόμα χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινότητα, θέλοντας νὰ ἀναφέρουμε ὅτι κάτι γίνεται παραλιακῶς.
Ἡ «θὶς» εἶναι 1) ὁ σωρὸς ἄμμου, (μετέπειτα ἔλαβε τὴν ἔννοια καὶ τοῦ σωροῦ μιᾶς καὶ βρίσκομε τὴν φράση «θὶς ὀστέων»=σωρὸς ὀστῶν) 2) ἡ ἄμμος τοῦ βυθοῦ τῆς θάλασσας.
κλίνεται δὲ κατὰ τὰ ἐνρινόληκτα (μὲ χαρακτῆρα νῦ) τῆς γ'κλίσης.
Ὀν. ἡ θὶς οἱ θῖνες
Γεν. τῆς θινὸς τῶν θινῶν
Δοτ. τῇ θινὶ ταῖς θισὶ
Αἰτ. τὴν θῖνα τὰς θῖνας
Κλητ. ὦ θὶς ὦ θῖνες
Καὶ ἔτσι ἔχουμε τὴν λέξη «ἀμμοθῖνες» = μεγάλοι σωροὶ ἄμμου,
καὶ πολλὲς φορὲς καὶ σκέτο «θῖνες» = ἀμμώδεις λόφοι
Ἐνῷ ἡ λέξη «ἅλς» σημαίνει θάλασσα
Βέβαια, στὰ ἀρχαῖα ὑπάρχει διαχωρισμὸς τῆς λέξης σὲ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό, καλύπτοντας δύο ἔννοιες:
ἡ ἅλς = θάλασσα
ὁ ἅλς= τὸ ἁλάτι
καὶ κλίνεται ὅπως τὰ ἐνρινόληκτα σὲ λ/ρ
ἡ/ὁ ἅλς αἱ/οἱ ἅλες
τῆς/τοῦ ἁλὸς τῶν ἁλῶν
τῇ/τῷ ἁλὶ ταῖς/τοῖς ἁλσὶ
τὴν/τὸν ἁλὰ τὰς/τοὺς ἅλας
ὦ ἅλς ὦ ἅλες
καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο θέμα "ἁλ-" προέρχονται καὶ ὅλες οἱ σχετικὲς λέξεις: ἅλ-μη, ἁλ-μύρα κ.λπ
Ἔτσι ἐννοιολογικὰ καὶ ἡ σημερινὰ λέξη εἶναι ταυτόσημη τῆς φράσης αὐτῆς: παρὰ θῖνα ἅλος = κοντὰ στὴν σωρὸ ἄμμου τῆς θάλασσας => κοντὰ στὴν ἀμμουδιὰ τῆς θάλασσας => παρὰ τῆς ἁλὸς => παρ(ὰ) + ἁλ(ς) + ιο => παραλια(κῶς) (= στὴν παραλία)

