Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμμοθινες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αμμοθινες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

ΑΜΜΟΘΙΝΕΣ (ετυμολογια)















(oἱ ἀμμοθῖνες τῆς Λήμνου / " οἱ ἄμ'δες" )


Ἡ λέξη «ἀμμοθῖνες» εἶναι σύνθετη καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «ἄμμος» καὶ τὶς «θῖνες» ὅπου «ἡ θὶς» (τῆς θινὸς) ὁ σωρὸς ἄμμου. 
Ἔτσι, μὲ αὐτὴ τὴν ὑπερβολὴ στὴν σύνθεση σημαίνουν  «οἱ ἀμμοθῖνες» μεγάλους σωροὺς ἄμμου.


Γιὰ τὴν λέξη «θὶς» μπορεῖτε νὰ δεῖτε καὶ στὸ ἄρθρο 
μιᾶς καὶ πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια λέξη ποὺ κρύβεται
 καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ὁμηρικὴ φράση.














ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ (ετυμολογία παραλίας)

(παραλία στὴν Λῆμνο)

Μὶα ὁμηρικὴ φράση τῆς Ἰλιάδας ποὺ ἀκόμα χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινότητα, θέλοντας νὰ ἀναφέρουμε ὅτι κάτι γίνεται παραλιακῶς.

Ἡ «θὶς» εἶναι 1) ὁ σωρὸς ἄμμου, (μετέπειτα ἔλαβε τὴν ἔννοια καὶ τοῦ σωροῦ μιᾶς καὶ βρίσκομε τὴν φράση «θὶς ὀστέων»=σωρὸς ὀστῶν) 2) ἡ ἄμμος τοῦ βυθοῦ τῆς θάλασσας. 

κλίνεται δὲ κατὰ τὰ ἐνρινόληκτα (μὲ χαρακτῆρα νῦ) τῆς γ'κλίσης.

Ὀν.        ἡ θὶς                            οἱ θῖνες
Γεν.    τῆς θινὸς                    τῶν θινῶν
Δοτ.     τῇ θινὶ                        ταῖς θισὶ
Αἰτ.     τὴν θῖνα                      τὰς θῖνας
Κλητ.    ὦ θὶς                           ὦ θῖνες

Καὶ ἔτσι ἔχουμε τὴν λέξη «ἀμμοθῖνες» = μεγάλοι σωροὶ ἄμμου, 
καὶ πολλὲς φορὲς καὶ σκέτο «θῖνες» = ἀμμώδεις λόφοι

                                    
Ἐνῷ ἡ λέξη «ἅλς» σημαίνει θάλασσα 

Βέβαια, στὰ ἀρχαῖα ὑπάρχει διαχωρισμὸς τῆς λέξης σὲ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό, καλύπτοντας δύο ἔννοιες:

ἡ ἅλς = θάλασσα
ὁ ἅλς= τὸ ἁλάτι

καὶ κλίνεται ὅπως τὰ ἐνρινόληκτα σὲ λ/ρ

ἡ/ὁ          ἅλς         αἱ/οἱ       ἅλες
τῆς/τοῦ  ἁλὸς        τῶν         ἁλῶν
τῇ/τῷ      ἁλὶ       ταῖς/τοῖς    ἁλσὶ
τὴν/τὸν    ἁλὰ     τὰς/τοὺς    ἅλας
ὦ            ἅλς            ὦ           ἅλες

καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο θέμα "ἁλ-" προέρχονται καὶ ὅλες οἱ σχετικὲς λέξεις: ἅλ-μη, ἁλ-μύρα κ.λπ

Ἔτσι ἐννοιολογικὰ καὶ ἡ σημερινὰ λέξη εἶναι ταυτόσημη τῆς φράσης αὐτῆς:  παρὰ θῖνα ἅλος  = κοντὰ στὴν σωρὸ ἄμμου τῆς θάλασσας => κοντὰ στὴν ἀμμουδιὰ τῆς θάλασσας => παρὰ τῆς ἁλὸς => παρ(ὰ) + ἁλ(ς) + ιο => παραλια(κῶς) (= στὴν παραλία)