Powered By Blogger

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Ἡ λαγάνα καὶ ἡ Καθαρὰ Δευτέρα

Ἡ λαγάνα εἶναι τὸ πατροπαράδοτο ψωμὶ ποὺ τρώγεται τὴν Καθαρὰ Δευτέρα. Εἶναι ἄζυμο, μὲ σουσάμι στὴν ἐπιφάνειά του καὶ ἔχει πεπλατισμένο σχῆμα.

Ἡ λαγάνα εἶναι γνωστὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὡς ψωμί, ὁ Ἀριστοφάνης κάνει μνεία γιὰ αὐτήν, ὅπως καὶ ὁ Ὁράτιος.

Ἐτυμολογία: λαγάνα< λάγανον (=πλατειὰ λεπτὴ πίττα) < ἀρχ. λαγαίω (=χαλαρώνω, ἀφήνω)

(Ὁμόρριζη μὲ τά: λάγνος, λαγαρός, λήγω)



Καθαρὰ Δευτέρα ὀνομάζεται ἔτσι λόγῳ τοῦ ὅτι ἦταν ἡ πρώτη μέρα τῆς Σαρακοστῆς, ὁπότε καὶ μετὰ τὶς μέρες τῶν Ἀποκρεῶν, οἱ πιστοὶ ἔμπαιναν σὲ μία κατάσταση κάθαρσης ἀπὸ τὸ κρέας καὶ γενικὰ νὰ καθαρίσει ψυχὴ καὶ σῶμα ὡς τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα. Ἐπίσης αὐτὴ τὴν μέρα συνηθιζόταν νὰ καθαρίζουν καὶ ὅλα τὰ μαγειρικὰ σκεύη.




Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΜΗΝΩΝ

Ἡ ὀνομασία τῶν μηνῶν εἶναι ρωμαϊκή. Σύμφωνα μὲ τὸ ρωμαϊκὸ σύστημα ὁ πρῶτος μῆνας ἦταν ὁ Μάρτιος.


Ἔτσι, ξεκινοῦσε:


Μάρτιος < Martius mensis (=Ἄρεως μῆνας)
Απρίλιος < mensis Aprilis (=Ἀφροδίτης μῆνας) [Venus στὰ λατινικά ἡ Ἀφροδίτη. Aprilis ἀπὸ τὸ ἐτρουσκικό Apru]
Μάιος < Maius/Majus mensis < Maia/ Maja (=τῆς θεάς Μάγιας, ρωμαϊκὴ θεὰ, ἀντίστοιχη τῆς Κυβέλης)
Ἰούνιος < Ιunius mensis < Juno/Ιuno (=Ἥρα)
Ἰούλιος < Julius/Iulius (πρὸς τιμὴν τοῦ Ιούλιου Καίσαρα, ποὺ γεννήθηκε αὐτὸν τὸν μῆνα)
Αὔγουστος < Augustus (παλαιότερα Sextilis=ἕκτος/ μετωνομάστηκε πρὸς τιμὴν τοῦ Αὐγούστου Καίσαρα)
Σεπτέμβριος < september < septem (=ἔβδομος)
Ὀκτώβριος < october < octo (=ὄγδοος)
Νοέμβριος < november < novem (=ἕνατος)
Δεκέμβριος < december < decem (=δέκατος)
Ἰανουάριος < Ianuarius mensis (μῆνας τοῦ Ἰανοῦ, τοῦ διπρόσωπου ρωμαϊκοῦ θεοῦ)
Φεβρουάριος < februarius mensis (=μῆνας τῶν γιορτῶν ἐξαγνισμοῦ) < februa (=ἐξαγνισμός)


Οἱ ἀρχαῖοι μῆνες σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ σημερινὸ σύστημα ἦταν σεληνιακοῦ ἡμερολογίου ἐνῷ οἱ σημερινοὶ ἡλιακοῦ.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ «ΝΕΡΟΥ»



Ἡ λέξη «νερό» στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ εἶναι «ὕδωρ» ἀπὸ ὅπου καὶ ὅλες οἱ σύνθετες «ὑδατογραφία», «ὑδρορροή», «ἀφυδάτωση», κ.ἀ. δίνοντας σύνθετες μὲ τὰ «ὑδατο-» καὶ «ὑδρο-» ὅπου καὶ πλέον συναντᾶται στὰ νέα ἑλληνικὰ μίας καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη ἔχει ἀντικατασταθεῖ στὴν καθομιλουμένη ἀπὸ τὸ «νερό».


Πῶς προέκυψε ἡ λέξη «νερό»; 


Προέρχεται ἀπὸ τὴν φράση «νηρὸν ὕδωρ» (=φρέσκο νερό) καὶ κατέληξε στὴν πορεία τὸ «νηρόν» νὰ οὐσιαστικοποιηθεῖ καὶ νὰ καταλήξει νὰ ἔχει τὴν ἔννοια αὐτοῦ ποὺ προσδιώριζε.


εἶναι δηλαδή: 
νερὸν < νηρὸν < νεαρὸν


ΣΥΧΝΟ ΛΑΘΟΣ: Προκαταρτικός

Πολλοὶ συνηθίζουν νὰ λένε καὶ νὰ γράφουν «προκαταρτικός», ὅμως, ἡ σωστὴ λέξη εἶναι «προκαταρκτικός», καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ «προκατάρχω»  (=ξεκινῶ πρῶτος)


προκαταρκτικός < προκατάρχω < πρὸ + κατὰ + ἄρχω 


ἔτσι, λοιπόν, ὅπως λέμε: ἄρχω - ἀρκτικός, ἐνάρχω - ἐναρκτικός
                     ἔχουμε καὶ:  προκατάρχω - προκαταρκτικός

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΠΠΑΣ ἢ ΠΑΠΑΣ;

Ἡ λέξη «παππάς» προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά, στὸν ἴδιο τὸν Ὅμηρο μαρτυρεῖται ἡ λέξη «πάππας». Γράφεται, λοιπόν,  μὲ δύο πι ἐξ ἀρχῆς της, ἄρα καί σήμερα ἔτσι ὀφείλουμε νὰ τὴν γράφουμε, βάσει τῆς ἐτυμολογίας της.


Στὰ ἀρχαῖα, λοιπόν, «πάππας» εἶναι τὸ χαϊδευτικὸ τοῦ πατέρα, ὅπως σήμερα λέμε «μπαμπά». (ἀνάλογο μὲ τὸ «μάμμα»). «Πάππας», «παππίας» σὰν νὰ λέμε «πατερούλης», «παππάκης», «μπαμπάς», «μπαμπάκας».


Παρόμοια χαϊδευτικὰ πρὸς τὸν πατέρα «ἄττα», «ἄπφυ»...


«ὁ πάππας τοῦ πάππα» εἶναι ὁ «πάππος», ὁ «παπποῦς». (τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖται ἀκόμα. «πάππου πρὸς πάππου» λέμε. «πρόπαππος» ἢ «προπάππος»)


Στὴν πορεία τῆς γλώσσας, ὁ «πάππας» ἔγινε «παππάς» προσδιορίζοντας τὸν πατέρα τῆς ἐκκλησίας, τὸν ἱερέα τῆς χριστιανικῆς πίστης. (συνηθ. προσφώνηση «πάτερ»). «Πάππας» παρέμεινε ἡ ὀνομασία -διακρινόμενη ἀπὸ τὸν κοινὸ ἰερέα- τοῦ ἰεράρχη τοῦ Καθολικοῦ χριστιανικοῦ δόγματος.

ΞΟΒΕΡΓΑ ἢ ΞΩΒΕΡΓΑ (ἐτυμολογία)

Πολλοὶ συνεκδοχικὰ ἀπὸ τὰ «ξώπορτα», «ξωκκλήσι», κ.ἄ. ἔθεσαν καὶ τὴν λέξη «ξόβεργα» στὸ μυαλό τους ὡς τῆς ἴδιας κατηγορίας συνθέτων μὲ πρῶτο συνθετικὸ τὸ «ἐξω+» στὸ ὁποῖο σιγήθηκε τὸ ἀρχικὸ «ἐ».


Πρόκειται, ὅμως, γιὰ ἄλλη ἐτυμολογία· 


ξόβεργα < ξόβεργον < ἰξόβεργον < ἰξός (=τὸ φυτὸ «γκί») + βέργα  

ΝΗΣΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ἢ ΝΗΣΟΣ ΛΕΣΒΟΣ;

Ἕνα συχνὸ λάθος ποὺ γίνεται εἶναι ἡ ὀνομασία τοῦ ἐν λόγῳ νησιοῦ. Ἐνῷ τὸ ὄνομά του εἶναι «Λέσβος», πολλοὶ συνεκδοχικὰ ἀπὸ τὴν ὀνομασία τῆς πρωτεύουσας «Μυτιλήνης» ὀνομάζουν καί τὸ νησὶ τὸ ἴδιο «Μυτιλήνη».



Ἐτυμολογία: 


Μυτιλήνη < μυτίλος (=μύδι) [ἐπικρατέστερο ἔτυμο]
μυθολογικὰ πῆρε τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὸν Μυτίλη ποὺ κατοίκησε πρῶτος στὸ νησί ἢ τὴν Μυτιλήνη κόρη τοῦ Μάκαρος.


Λέσβος εἶναι ἀβέβαιου ἐτύμου. Πιθανότατα πρόκειται γιὰ μία πελασγικὴ λέξη