Powered By Blogger

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

ΜΕΔΟΥΣΑ ἐτυμολογία



Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
   
  Ἡ λέξη σημαίνει αὐτὴ ποὺ φυλάσσει, προσέχει. Πρόκειται γιὰ μετοχὴ τοῦ ῥήματος «μέδω» (= «βασιλεύω», «προστατεύω», ἀργότερα «προσέχω», «προνοῶ») οἱ μετοχὲς «μεδέων/μέδουσα» οὐσιαστικοποιήθηκαν, σημαίνοντας τὸν/τὴν φύλακα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προέκυψε καὶ τὸ ὄνομα τῆς Μέδουσας.  
Ἴδιας ῥίζας καὶ ἡ «Μήτις» (=φρόνησις, σύνεσις), ἀλλὰ καί τὸ «μέτρο» (=σχέδιο)

Ἐπρόκειτο δὲ γιὰ ὄψη ποὺ χρησιμοποιεῖτο σὲ φυλαχτά ἤ ἐξ ἀρχῆς, προκαλῶντας τροφὴ γιὰ τὴν μυθολογία εἴτε βάσει τοῦ μυθολογικοῦ στοιχείου ποὺ τὴν καθιστᾶ προστάτιδα ἐμμέσως τῆς Ἀθηνᾶς (βλ. παρακάτω)


Ο ΜΥΘΟΣ:


  1.    Ὁ Ἡσίοδος μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Μέδουσα ἦταν μία ἀπὸ τῆς Γοργόνες· αὐτὴ καὶ οἱ ἀδελές της ζοῦσαν στὶς ἐσχατιές τῆς Δύσης, στὴν χώρα τῶν Ἑσπερίδων, πέρα ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικό. Οἱ ἄλλες δύο ἦταν ἡ Σθενῶ καὶ ἡ Εὐρυάλη καὶ ἦταν κόρες τοῦ Φόρκυ καὶ τῆς Κητοῦς. Ἦταν ἡ πιὸ φριχτὴ ἀπὸ τὶς ἀδερφές της  στὴν ὄψη και ἦταν θνητὴ σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκεῖνες καὶ γιὰ αὐτὸ κατέφερε νὰ τὴν σκοτώσει ὁ Περσέας.
  2.   Κατὰ τὸν Ὀβίδιο πάλι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ κοπέλα πανέμορφη ποὺ κυνηγοῦσε ὁ Ποσειδώνας θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της, ἔτρεξε ἐκείνη καὶ κλείστηκε στὸν ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς, ὅμως, ἐκεῖνος τὴν βίασε. Ἐξοργισμένη ἡ Ἀθηνᾶ καὶ μὴν μπορῶντας νὰ τὰ βάλει μὲ τὸν Ποσειδώνα, ἔρριξε τὸν θυμό της στὴν κοπέλα κάνοντας τὰ μαλλιά της φίδια καὶ καταριῶντας την ἔτσι, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ κατάματα χωρὶς νὰ γίνει πέτρα. 
Καί στὶς δύο ἐκδοχὲς ὁ Περσέας τὴν σκότωσε καὶ παρέδωσε τὸ κεφάλι της στὴν Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία τὸ ἔβαλε στὴν ἀσπίδα της σὰν προστασία, μετατρέποντας κάθε ἐχθρὸ σὲ πέτρα, μιᾶς καὶ εἶχαν διατηρηθεῖ οἱ δυνάμεις της. Ὅταν σκοτώθηκε, ἀπὸ μέσα της πετάχτηκε ὁ Πήγασος καὶ ὁ γίγας Χρυσαώρας, παιδιὰ τοῦ Ποσειδώνα.













"Μᾶς ἔπρηξαν τὰ μέζεα"

Εἶχε ἀκουστεῖ πρόσφατα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν κο Ζουράρι. 

Ἡ λέξη εἶναι ἀρχαῖα καὶ σημαίνει τὰ ἀνδρικὰ γεννητικὰ ὄργανα.

Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ῥῆμα "μαδάω" (=εἶμαι ὑγρός, νοτερός)

[γιὰ μαλλιά σημαίνει ὅτι πεφτουν καὶ στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ 

ἀργότερα]

  1. "μήδεο" στὸν ἐνικὸ =οὐροδόχος κύστη
  1. "μήδεα"καὶ στὸν = τὰ γεννητικὰ ὄργανα τοῦ ἀνδρὸς  
(διαφοροποιῶντας ἐννοιολογικὰ ἑνικὸ καὶ πληθυντικό, καθὼς δανείζονταν τὸ "αἰδοῖο" γιὰ τὸ ἑνικὸ τοῦ ἀνδρικοῦ μορίου, δηλαδη, τὸ ὁποῖο δὲν σήμαινε μόνο τὸ γυναικεῖο, ἀλλὰ καί τὸ ἀνδρικὸ μόριο (< αἰδῶ= ντροπὴ γιὰ αὐτά.) ἢ τὴν λέξη πέος 



Ἡ λέξη "μέζεα" στὸν Ἠσύχιο ἀπαντᾶται πρώτη φορά, ὡς 

δωρικὴ προφορά τῆς λέξης- τὸ "ζ" εἶναι "σδ/δς" στὴν ἀρχαία 

προφορά.]


Προσοχή, ὅμως, καθὼς ὑπάρχει καὶ τὸ "μήδεο" ποὺ σχετίζεται μὲ 

τὸ "μέδω" (=φυλάττω, προσέχω, προνοῶ)




Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΛΦΑΒΗΤΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Ἄν καὶ θεωρεῖται ὅτι ἦρθε ἀπὸ τὴν Φοινίκη τὸ φοινικικὸ ἀλφάβητο πρῶτο κι ἔπειτα τὸ ἑλληνικό, πολλοὶ θεωροῦν ὅτι τὸ ἑλληνικὸ ἦταν πρῶτο καὶ σὲ αὐτὸ ἔχουν συντελέσει πολλὲς ἔρευνες καὶ ἀνακαλύψεις τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ποὺ ὅμως περιέργως "θάβονται".

Στὶς ἔρευνες αὐτὲς ἔχουν βρεθεῖ παλαιότερα τῶν φοινικικῶν ἐπιγραφῶν κείμενα στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο.Ἐπίσης, θεωρεῖται δύσκολο ὁ Ὅμηρος νὰ ἔγραψε τόσο γρήγορα σὲ ἕνα γραπτὸ σύστημα ποὺ εἶχε βρεθεῖ στὰ χέρια του σὲ πολὺ μικρὸ διάστημα (λίγο-πολὺ ἕναν αἰώνα). Καὶ πρὸς ἀντίκρουση ὅσων θεωροῦν φοινικικὸ τὸ σύστημα λόγῳ τοῦ ἄκλιτου τῶν ὀνομάτων τῶν γραμμάτων καὶ τῆς μὴ σημασίας ἐννοιολογικὴς στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὅταν τὰ ὀνόματα τῶν γραμμάτων στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο ἀναφέρονται ἤδη τὸν 5°αι π.Χ., ἐνῶ τὰ φοινικικὰ ἀναφέρονται μὲ ὄνομα πολὺ ἀργότερα, κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή.

Εἴτε δανείστηκαν , εἴτε ὄχι οἱ ἀρχαῖοι Ἔλληνες γράμματα τῶν Φοινίκων, τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς τὸ πρῶτο γνήσιο ἀλφάβητο, καθὼς πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα τὸ ὁποῖο περιέχει γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία ἕνα σύμβολο γιὰ κάθε φθόγγο (προφορὰ) ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν λόγο. Καθὼς τὸ φοινικικὸ δὲν εἶχε φωνήεντα (ἐφευρέθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες) καὶ ἦταν πιὸ πολὺ συλλαβογραφικό. 

Τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο ξεκίνησε μὲ περισσότερα τῶν 24 γραμμάτων 
σὲ κάποιες δὲ περιοχὲς ἀναπτύχθηκαν καὶ ἄλλα σύμβολα γιὰ ἰδιωματισμούς.



(φαίνεται ἐδὼ στὴν πρώτη στήλη ἡ ἐπικρατούσα ἀρχαϊκὴ γραφὴ, 
ἡ κλασικὴ καὶ δίπλα ἡ προφορὰ κατὰ τὸ ἀρχαῖο σύστημα, ὅμως)


Ἀπὸ αὐτὰ τὸ " F " δίγαμμα, τὸ κόππα " Ϙ " 
 τὸ σαμπί  ποὺ ἀρχικὰ ἦταν  " Greek Sampi Ionian.svg "( κι ἀργότερα" ϡ " ), 
τὸ Σαν " ϻ "

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρῶτα δύο μεταφέρθηκαν στὸ Λατινικὸ ἀλφάβητο, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο τῶν ἀποικιῶν τῆς Κύμης, τὸ χαλκιδικὸ ἀλφάβητο.

Τὸ F παρεῖχε ἕναν ἦχο παρόμοιο μὲ τὸ σημερινὸ W. Ἔτσι ἄν τὸ εἶχαμε σήμερα 
θὰ γράφαμε " Fάσιγκτων" , "Fικιπαιδεία", "Fίσκι".

Τὸ Κόππα χρησιμοποιήθηκε ἀνὰ περιοχὲς γιὰ τὴν καταγραφὴ καὶ διαφορὰ τοῦ γλυκοῦ ἀπὸ τὸ σκληρὸ κάππα.Ἔτσι θὰ γράφαμε  " Ϙόρινθος "  ἐνῷ "Κέρκυρα"

Τὸ Greek Sampi Ionian.svg σαμπί  (ὀνομάστηκε ἔτσι ἀργότερα λόγω σχήματος στὴν ἀριθμιτικὴ γραφή, δηλαδη: ϡ μοιάζοντας μὲ τὸ πι) Ἐπὶ τῆς οὐσίας χρησιμοποιεῖτο σὰν καταγραφὴ τοῦ διπλοῦ ταῦ καὶ σίγμα ποὺ ἀνὰ περιοχὲς φαίνεται νὰ εἶχε πιὸ ἰδιαίτερη προφορὰ 


ὡς ἐκ τούτου: τέGreek Sampi Ionian.svgερα (τέσσερα) αGreek Sampi Ionian.svgικη (ἀττικὴ)

Τὸ ϻ  σὰν, χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπὸ δωρικὲς διαλέκτους καταγράφοντας ἕνα συριστικὸ "τς" ἤ "σ"


Ϻικύων ἀντὶ γιὰ Σικύων συναντᾶμε σὲ κείμενα. Ὁ Ἡρόδοτος καταγράφει δέ: «Οἱ Δωριείς τὸ ὀνομάζουν σαν , οἱ Ἴωνες σίγμα.» 


Πάνω σὲ αὐτὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐκτὸς τῶν δύο τελευταίων τὰ ἄλλα δύο διατηρήθηκαν σὲ ἄλλες γλῶσσες ἀλλὰ καὶ στὸ ἑλληνικὸ ἀριθμητικὸ σύστημα μαζί μὲ τὸ σάμπι. Το δίγαμμα ὡς στίγμα "ς" (=6) καὶ τὸ κόππα ὡς "ϟ" (=90) καὶ σαμπί  "ϡ" (=900)


Ἡ ἑλληνικὴ ἀλφάβητος ἡ σημερινὴ εἶναι ὅπως καὶ ἡ κοινὴ νεοελληνικὴ γλῶσσα  κυρίως βασισμένη στὴν ἀττικὴ γλῶσσα. Ἔτσι, ἔχουμε ὡς σήμερα τὴν ἀλφάβητο ποὺ θεσμοθετήθηκε τὸ 403 π.Χ. ἐν Ἀθήναις, ὅταν ἦταν ἀρχοντας ὁ Εὐκλείδης, κι ἔτσι ἔγινε γνωστὸ ὡς εὐκλείδιο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Μιλήτου. 

Τὰ δύο βασικώτερα νέα ποὺ εἰσήγαγε στὴν γραφόμενη γλῶσσα ἦταν:
α') Ἡ δημιουργία τοῦ Ω (ὠμέγα) καὶ ἡ διαφοροποίησή του ἀπὸ τὸ Ο (ὄμικρον). Ὡς τότε δὲν ὑπῆρχε γραπτὴ διαφοροποίηση τῶν γραμμάτων αὐτῶν. Βραχὺ καὶ μακρὸ ο καταγράφονταν τὸ ἴδιο. Σὲ πολλὲς δὲ περιοχὲς μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Ω ὑπῆρξαν γραφὲς ὅπως : «Μῶσα» ἄντὶ «Μοῦσα», «θῶμα» ἀντὶ «θαῦμα», κι αὐτὸ ἀπεκάλυψε καὶ πολλοὺς κατὰ περιοχὲς ἰδιωματισμοὺς τῶν διαλέκτων.
β') Ἡ μετατροπὴ τοῦ γράμματος Η ἀπὸ ἠμίφωνο πνεῦμα σὲ φωνῆεν. Ὡς τότε, καὶ στὴν ἀττικὴ ἡ χρήση τοῦ Η ἦταν ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ ἀλφάβητα μία καταγραφὴ τῆς δασείας. (μέσῳ τῆς χαλκιδικῆς ἀλφαβήτου πέρασε αὐτὴ ἡ χρήση στὴν λατινικὴ) Ἔτσι, τὸ Η ἔγινε ἡ γραφὴ τοῦ μακροῦ Ε, καὶι τὸ ΠΟΤΕΡΙΟΝ ἔγινε ΠΟΤΗΡΙΟΝ, ὁ ΑΡΕΣ => ΑΡΗΣ. Ἐνῷ τὰ ΗΕΛΛΑΣ, ΗΕΚΑΤΟΝ, ἔγιναν ΕΛΛΑΣ, ΕΚΑΤΟΝ, ἄν καὶ γιὰ ἕνα σημαντικὸ διάστημα χρησιμοποιήθηκε τὸ ├  τὸ μίσὸ ἀριστερὸ ἦτα γιὰ τὴν δημιουργία τῆς δασείας στὴν γραφὴ ἐνῷ τὸ ┤ δεξὶ γιὰ τὴν ἔλλειψη δασείας (ψιλη) αὐτὰ τὰ σύμβολα μετὰ ἐσχημάτισαν τὴν δασεία καὶ τὴν ψιλὴ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα. (ἄν προσέξετε, ἀφαιρῶντας τὸ κάτω μισὸ κάθε μισοῦ ἦτα δημιουργοῦνται τὰ σύμβολά τους.)


Τὰ ὑπόλοιπα γράμματα καταργήθηκαν, θεωρῶντας ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα φωνητικὰ σχήματα μποροῦσαν νὰ ἀναπαραστηθοῦν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖο αὐτό, καθὼς ἐπιλέχθησαν τὰ 24 πιὸ καθαρὰ φθογγικὰ σύμβολα, ἕνας συμμετρικὸς ἀριθμός.




ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ εἶναι τὸ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ ἦταν γραφὴ χωρὶς κενὰ, χωρὶς τόνους καὶ κεφαλιογράμματη. Ἔτσι, φαίνεται καὶ τὸ πόσο διαφορετικὰ εἶχαν καταφέρει νὰ λειτουργοῦν νοητικά, διαχωρίζοντας αὐτομάτως τὶς λέξεις καὶ τὶς ἔννοιες στὸ μυαλό τους, ὅταν διάβαζαν κείμενα. 

(ἀπὸ τὴν Στήλη τῆς Ροζέτας)






ΜΗΤΡΥΙΑ ἢ ΜΗΤΡΙΑ / ΠΑΤΡΥΙΟΣ ἢ ΠΑΤΡΙΟΣ

Οἱ λέξεις ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὀρθογραφοῦνται ὡς 

«μητρυιά» καὶ «πατρυιός»

Ἄν καὶ ἡ παραγωγὴ μὲ "υι"  δὲν εἶναι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ γνωστὸ πῶς προέκυψε, τὸ γεγονός ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἡ λέξη γραφόταν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ καθὼς ἡ ἑλληνικὴ ὀρθογραφία εἶναι ἱστορικὴ (δηλαδὴ βασίζεται στὸν τρόπο παραγωγῆς καὶ "γέννησης" τῶν λέξεων)  τότε δὲν χωρεῖ λόγος ἁπλούστευσης τῆς ὀρθογραφίας.

ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ Ἤ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ;

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:

ὑπάρχει ἡ θεωρία ὅτι :

μελαχρινός < μσν. μελαγχρινός < ἀρχ.  μελάγχρους + παραγωτικὸ ἐπίθημα "-ινος"

Ὅμως, λόγῳ ὕπαρξης τῆς λέξεως «μελαγχροιής»  πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴν λέξη προέκυψε ἡ σημερινὴ λέξη καὶ γράφουν «μελαχροινός».  Ὅμως, καθὼς κατὰ τὸν μεσαίωνα καὶ στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ἡ λέξη εἶχε ἐπικρατήσει ὡς «μελαγχρινὸς» καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ὀρθότερη τῆς γραφῆς μὲ «-οι-»


[Χρὼς = εἶναι ἡ ἐπιδερμίδα]


Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2015

ΟΥΔΕΙΣ, ΟΥΔΕΜΙΑ, ΟΥΔΕΝ!

Τὸ οὐδεῖς, οὐδεμία, οὐδὲν παράγονται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο «οὐδὲ» + τὶς ἀντωνυμίες «εἷς, μία, ἕν».
(«οὐδὲ» < «οὐ» + τὸ μόριο «δὲ»= «καὶ ὄχι», «ἀλλὰ δέν», κάποιες φορὲς καὶ «οὔτε» )

Ἔτσι σχηματίστηκαν τά:

οὐδεῖς, οὐδενός, οὐδενί, οὐδέναν ...κ.λπ.
οὐδεμία, οὐδεμιᾶς.. κ.λπ
οὐδέν, οὐδενός, οὐδενί.. κ.λπ.

Κατὰ παρόμοιο τρόπο σχηματίστηκαν  τὰ  «οὐδέτερος» (κανένας ἀπὸ τοὺς ἄλλους δύο),  «οὐδέποτε» κ.λπ.


Τὸ «οὐδὲ» παράγεται ἀπὸ τὸ «οὐ»+«δὲ» , ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τὸ συνώνυμό του σχεδὸν «οὔτε» (ποὺ χρησιμοποιοῦμε ὡς καὶ σήμερα) ποὺ παράγεται ἀπὸ «οὐ» + τὸ μόριο «τὲ».

Πολλὲς φορὲς αὐτὰ τὰ δύο μπορεῖ νὰ χρησιμοποιοῦνταν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπο.

*Στὸ ἐξουθενώνω π.χ. εἶναι τὸ «οὐθὲν» ἀπὸ τὸ «οὔτε + ἕν » (τὸ ταῦ τρέπεται σὲ θῆτα λόγῳ τοὺ δασυνόμενου «ἕν») ποὺ σχηματίζει τὴν λέξη, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιηθεῖ τὸ «οὐδὲν».

ΕΞΟΥΘΕΝΩΝΩ (ἐτυμολογία)

Εἶναι μία λέξη ποὺ λίγο δύσκολα μπορεῖς νὰ ἐτυμολογήσεις, κυρίως λόγῳ τοῦ «-θ-», ἀλλὰ εἶναι ἴσως ἀρκετὰ εὔκολη γιὰ ὅσους γνωρίζουν τὸ πῶς μποροῦσε λεκτικὰ νὰ παραφθαρεῖ τὸ γρᾶμμα αὐτό, μιᾶς καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας πρόκειται γιὰ ἕνα δασυνόμενο «τ» ἤ «δ» ὅπου ἡ προφορὰ τῆς δασείας ἦταν κάτι σὰν τὸ ἀγγλικὸ «h» (βλ. δασεία)

Ἔτσι :

Ἐξουθενώνω < ἐξουθεν-ωνω<ἐξ + οὐθὲν* - ωνω < ἐξ + οὔτε + ἕν (ἕνα) -ωνω (=ἐκμηδενίζω/ἐξαφανίζω)


Καὶ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἀπὸ ἐξαφανίζω/εκμηδενίζω πέρασε στὸ  νὰ ἔχει καὶ τὴν ἔννοια τοῦ ἐξαφανίζω τὶς δυνάμεις κάποιου (ἀποκλειστικά), ἴσως καὶ ἀπὸ  ἀκουστικὴ ὁμοιότητα μὲ τὸ «ἐξασθενῶ»

*οὐθὲν & οὐδὲν