Powered By Blogger

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ἑλληνικὲς λέξεις, ποὺ ταξίδευσαν... (μέρος γ´ )

*CEMETERY< παλ. γαλ. cimitiere< λατ. coemeterium < ἀρχ. ἑλ. κοιμητήριον.



*CHURCH< παλ.Αγγλ. cirice< παλ.Γερμ.*kirika< ἑλ. Κυριακὴ 

[οἰκία] (οἶκος τοῦ Κυρίου) =Ἐκκλησία· ἡ λέξη "κυριακὸν" 

χρησιμοποιεῖτο ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τὸ 300 μ.Χ., ἂν καὶ 

λιγότερο ἀπὸ τὶς λέξεις :"ἐκκλησία" ϗ "βασιλικὴ" 



*COLLAGE/ΚΟΛΛΑΖ(ἀντιδ.)[ἑλληνιστί χαρτεπικόλληση.]< γαλ. 

collage< coller< colle< ἀρχ. κόλλα.


[παρομοίως καὶ τὸ ΚΟΛΛΑΝ]





*CHART<παλ.γαλ. charte< λατ. charta< ΧΑΡΤΗΣ (ἴδια καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς «κάρτας»)




*DISASTER<δυσ[οίωνος] άστὴρ. : καθ᾿ ὅτι ἡ εὐθύνη γιὰ μιὰ 

μεγάλη καταστροφὴ ῥιπτόταν στὴν δυσμενὴ θέση κάποιου 

πλανήτη.





*MARMELADE/ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ (ἀντιδ.)< γαλ. marmelade

 <πορτ. marmelada <marmelo (=κυδῶνι)< λατ. melimelum 

(=γλυκὸ μῆλο)< μελίμηλον (=βερίκοκο)< μέλι + μῆλον





«ΚΡΟΚΟΔΙΛΟΣ» ὄχι «ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ»

κροκόδιλος  (μὲ ἀνομοίωση) < κροκόδριλος< κρόκη (=χάλικας) + δρῖλος 

(=σκώληκας). Στὰ ἀρχαῖα ἡ σαύρα.



Πρόκειται γιὰ ἐσφαλμένη γραφὴ ποὺ προῆλθε κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο. 
Ὁ Ἡρόδοτος ἔδωσε αὐτὸ τὸ ὄνομα στὴν μεγαλόσωμη σαύρα τοῦ 

Νείλου. Τὸ πλῆρες ὄνομα : κροκόδιλος ὁ ποτάμιος. Ἡ σαύρα 

θερμαινόμενη στὸν ἥλιο πάνω σὲ λείους λίθους (κρόκες).

«ΔΙΚΛΙΔΑ» ὄχι «ΔΙΚΛΕΙΔΑ»

Λόγῳ σύγχυσης μὲ τὴν λέξη «κλειδί».

Ὅμως, ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης εἶναι αὐτή: 

δικλίδα < ἀρχ. δικλίς (-ίδος) [δίς + κλίνω]= δίφυλλη θύρα.

ΕΞ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ...!

Συχνότατα γίνεται λάθος σὲ ἐκφράσεις μὲ τὸ «ἐξ», στὸ ὁποῖο καὶ προσθέτουν ἀπόστροφο, ὡσὰν νὰ ᾖχε κάτι ἄλλο ποὺ ἀπεκόπη, ὅπως γίνεται σὲ ἄλλες φράσεις μὲ προθέσεις ποὺ ὑπόκεινται σὲ ἀποβολή φωνήεντος (π.χ. ἀπ᾿ εὐθείας, κατ᾿ ἀνάγκην κ.λπ.).

Ἔτσι, γράφουν: «ἐξ᾿ ὁλοκλήρου» τὸ «ἐξ», ὅμως, εἶναι ἡ τροπή τῆς πρόθεσης «ἐκ» μπροστὰ ἀπὸ φωνῆεν. Ἡ χρήση ἀποστρόφου εἶναι λανθασμένη, καθὼς δὲν ἔχει "φύγει" κάτι, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ ἀπόστροφος· εἷναι ἁπλῶς μία τροπὴ τοῦ κάππα σὲ ξι χάριν εὐφωνίας.

Γιατὶ «Ἁλόννησος» κι ὄχι «Ἁλόνησος»;


ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ <*Ἁλόσ-νησος < ἁλς (γεν. ἁλός= ἁλάτι) + νῆσος  [τὸ «σ» τρέπεται σὲ «ν», ὅπως καὶ στὴν λέξη «Πελοπόννησος»]


Ἡ φράση «ἁλὸς νῆσος» (νησὶ τοῦ ἁλατιοῦ) πιθανῶς νὰ δημιούργησε τὴν ὀνομασία τοῦ νησιοῦ, ὅπως ἔγινε καὶ στὴν περίπτωση τῆς Πελοποννήσου: «Πέλοπος νήσος», ποὺ ἔχει καὶ τὴν ἴδια μορφή τοῦ διπλοῦ νυ.
Παρόμοια τροπὴ πῆραν καὶ ἄλλες φράσεις, ποὺ ἔγιναν ὀνομασίες, ὅπως: «Ἀλεξάνδρου πόλις»=> Ἀλεξανδρούπολις, «Κωνσταντίνου πόλις»=> Κωνσταντινούπολις


ὃ γέγονε, γέγονε...!

ὃ γέγονε, γέγονε= ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε· αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔγινε, ἔγινε. 

Πρὸς δήλωση τοῦ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ αὐτὸ ποὺ ἔχει γίνει. Συχνὰ αὐτὴ ἡ φράση ὑπόκειται σὲ ἕνα τραγικὸ λάθος, καθὼς σφάλλεται ὡς κλητική : «ὧ γέγονε, γέγονε»

Μὲ κοιτᾶς, ποὺ σὲ κοιτῶ...;

ΚΟΙΤΑΖΩ< κοίτη+ -άζω (ἀρχ. σημ. «Βάζω κάποιον στὸ κρεβάτι, ξαπλώνω») <ἀρχ. κοίτη=κρεβάτι [Ἡ σημερινή σημασία ἤδη ἀπὸ τὸν μεσαίωνα, ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ φρουροί συνήθιζαν νὰ ἔχουν τὴν κοίτη τους στὸ φυλάκιο ἀπ᾿ ὅπου ἐπαγρυπνοῦσαν ὡς σκοποί.]