Powered By Blogger

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

«Βρόμα» ἢ «Βρώμα» ;

Ποιὰ ἡ σωστὴ ὀρθογραφία;
Πρόκειται γιὰ δύο παρώνυμα:


‎(ἡ) βρόμα < μσν. βρόμα < άρχ. βρομῶ < ἀρχ. βρόμος <ἀρχ. βρέμω. Στὰ ἀρχαῖα δήλωναν θόρυβο, κρότο μὲ τὸν ἀέρα. Ὁμόρριζα τοῦ «βροντῶ».


(τὸ) βρῶμα (=φάγωμα) < βιβρώσκω (=τρώω)


 Ἡ ἐσφαλμένη ἐτυμολογία ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν λέξη «(τὸ) βρῶμα» (<βιβρώσκω) ποὺ προκάλεσε σύγχυση μὲ τὴν λέξη «(ἡ) βρόμα».καθὼς στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραφὴ ὑπάρχει ἡ φράση «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία» ποὺ προκάλεσε μία σύγχυση μεταξὺ τῶν λέξεων ἀλλὰ καὶ στὴν ἔννοια.
Ἐπίσης τὸ ὅτι ὡρισμένοι κρότοι ἀκολουθοῦνται ἀπὸ δυσοσμία ενέτεινε κάπως τὴν ἔννοια τῆς λέξης «βρόμα» ὥστε νὰ σημαίνει «δύσοσμία» καὶ ἐν συνεχείᾳ «ἀκάθαρσία» ὅπως σήμερα.


Ἀκόμη, ἡ λέξη «βρόμη» (τὸ δημητριακό) παρετυμολογήθηκε ὡς «βρώμη» ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τρόφιμο, ὅμως, ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ «βρέμω» λόγῳ τοῦ θορύβου ποὺ κάνουν τὰ συγκεκριμένα φυτὰ στὸν ἀέρα

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Ἑλληνογενής λέξη «TURBULENCE»

Ἡ λέξη «turbulence» εἶναι μία ἀκόμα ἀγγλικὴ λέξη μὲ ἑλληνικὴ ἀρχή.

turbulence < μεσν. γαλ. turbulent <λατ. turbulentus <λατ. turba <ἀρχ. ἑλ. τύρβη (=ἀναστάτωση, ἀταξία, θόρυβος, βαβούρα)

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011

«ΚΑΘΙΣΑ» ἢ «ΚΑΘΗΣΑ»

Τὸ «κάθισα» πέραν τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «καθίζω» (κυρίως στὰ ἀρχαῖα ἐμφανίζεται), χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ἀόριστος τοῦ ῥήματος ἀποθετικοῦ «κάθομαι» συμπληρωματικά γιατί τὸ  «κάθομαι» προέρχεται ἀπὸ παρακείμενο ποὺ εἶχε σημασία ἐνεστώτα* καὶ κατέληξε ἀρχὴ νέου ῥήματος, ποὺ φυσικά ἤθελε συμπλήρωση ἀπὸ ἄλλο σχετικὸ ῥῆμα καὶ βρῆκε βάση στὸν ἀόριστο τοῦ «καθίζω» τοῦ ὁποίου ἡ 'ἀμετάβατη μορφὴ στάθηκε ἐπαρκής.


Τύπος «κάθησα» δὲν δικαιολογεῖται ἐτυμολογικά. Πρόκειται γιὰ σφάλμα συσχετισμοῦ μὲ ἀορίστους ἄλλων ῥημάτων μεσοπαθητικῆς φωνῆς. Ἐδὼ, ὅμως, εἶναι μία συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιομορφίας, καθὼς δὲν εἶναι ἐξελικτικὸς τύπος τοῦ ἴδιου ῥήματος, ἀλλὰ δάνειος τύπος ἀπὸ ἄλλο συναφές ῥῆμα.

«κάθισα», λοιπόν. 
κάθισα ἀόριστος τοῦ ἀρχ. καθίζω < κατὰ + ἵζω (ἵζω=βάζω κάποιον νὰ καθίσει, κάθομαι, λαμβάνω τὴν θέση μου)

Στὴν συνέχεια, βέβαια, πλάστηκε ὁ παρελθοντικὸς λαϊκὸς τύπος «ἔκατσα» ποὺ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ μεταβολὴ τοῦ «ἐκάθισα»
(έκάθισα> ἐκάθ'σα> *ἐκάτσα>  ἔκατσα)



*κάθομαι <ἀρχ. κάθημαι, παρακείμενος τοῦ καθέζομαι <κατὰ + 
ἕζομαι (ἕζομαι=καθίζω τὸν ἑαυτό μου)





Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

«ΣΤΗΛΗ» ἢ «ΣΤΥΛΟΙ»



Καί οἱ δύο λέξεις ἔχουν νὰ κάνουν μὲ λίθινα κατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα, ὅμως, εἶναι διαφορετικὰ καί ὡς πρὸς τὴν χρήση τους, ἀλλὰ καί στὸ σχῆμα τους.


Ἡ στήλη δηλώνει τὴν ὄρθια πλάκα ποὺ στήνεται ἀναθηματικὰ πάνω σὲ τάφους καὶ μνημεῖα, διακοσμικτικά, μὲ ἐπιγραφὲς ἢ καὶ παρασταστάσεις. [πληθ. στῆλες]




Ὁ στῦλος εἶναι ὁ κίονας, ἡ κολόνα, τὸ μέλος, δηλαδή, ἑνὸς κτηρίου. [πληθ. στῦλοι]


Συχνὸ λάθος γίνεται ὡς πρὸς τὸν γνωστὸ ἀρχαιολογικὸ χῶρο τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν ὅπου βρισκόταν ὁ ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Διός. «Οἱ στύλοι τοῦ Ὀλυμπίου Διός» ποὺ συχνὰ σφάλλεται ὡς «Οἱ στῆλες τοῦ Ὀλυμπίου Διός.»



Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

«ΧΑΡΙΣ ΣΕ» ἢ «ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ»;

Πολὺ συχνὴ στὴν καθημερινότητα ἡ ἐσφαλμένη χρήση αὐτῶν τῶν δύο φράσεων.
Ὅμως, ὑπάρχει διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν φόρτιση τῶν δύο φράσεων.


Τὸ «χάρις σὲ»* εἶναι γιὰ θετικὰ γεγονότα ἐνῷ τὸ  «ἐξ αἰτίας» γιὰ ἀρνητικά. Εἰδάλλως ἡ λέξη «λόγῳ (+γενική)» μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις.


π.χ. «Χάρις στὴν ἐξυπνάδα του μπόρεσε νὰ σωθεῖ»     (θετικό)
       «Ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου χάθηκαν πολλὲς ζωές.» (ἀρνητικό)


Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται καί σὲ ἄλλες γλῶσσες, ὅπως στὰ :


Γαλλικά:     grace à   (χάρις σὲ)
                à cause de (ἐξ αἰτίας)


Ἀγγλικά:  thanks to    (χάρις σὲ)
               because of   (ἐξ αἰτίας)




   
*Ἡ φράση «χάρις σὲ» προέρχεται ἀπὸ τὴν φράση:
«χάρις ὀφείλεται σὲ (κάποιον/κάτι ποὺ κάτι προσέφερε)» δηλαδή εἶναι σὲ ὀνομαστική. Ἔτσι, πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖται καὶ ἡ μορφὴ τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς «χάρη» ἀντὶ τῆς πιὸ λόγιας καὶ ἀρχαίας ὀνομαστικῆς «χάρις». Δηλαδή, «χάρη σὲ».


Ἐπίσης, ἡ λέξη «χάρις» χρησιμοποιεῖται στὴν αἰτιατικὴ «χάριν» συντασσόμενη μὲ γενική σὰν καταχρηστικὴ πρόθεση στὴν θέση τῶν «γιὰ», «ὑπέρ».
π.χ. «παραδείγματος χάριν» ἀντὶ «γιὰ παράδειγμα»
       «χάριν εὐφωνίας»  ἀντὶ «γιὰ εὐφωνία»
       «χάριν τῆς πατρίδος» ἀντὶ «ὑπὲρ τῆς πατρίδος»

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

«ΠΑΓΩΝΙ» ἢ «ΠΑΓΟΝΙ»


Παγώνι < μτγν. παγώνιον < ὑποκ. παώνιον < μεσν. πάων < λατ. pavo -οnis


Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὸ παγώνι εἶναι «ταώς», ἡ ὁποία προέρχεται μᾶλλον ἀπὸ τὴν Ἰνδία μέσῳ τῆς γλώσσας τῶν Περσῶν, οἱ ὁποίοι καὶ ἔφεραν αὐτὸ τὸ πτηνὸ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. 

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ καὶ ΜΕΤΕΓΓΡΑΦΗ

Συχνὰ μπερδευόμουν γιὰ τὸ ἂν ᾖναι τὸ ἴδιο αὐτὲς οἱ δύο λέξεις, μά, τελικά, ἀνακάλυψα πὼς ἔχουν μία διαφορά. 


Μεταγραφή: Ἀρχικῶς σήμαινε ἀλλαγὴ κώδικα, τὴν μεταφορὰ ἑνὸς κειμένου σὲ ἄλλο εἶδος γραφῆς. Σήμερα, σημαίνει τὴν γενικὴ ἀλλαγὴ καὶ μετάβαση σὲ κάτι ἄλλο.  Εἴτε αὐτὸ ἀφορᾶ γραφή, εἴτε νομικά ἔγγραφα, εἴτε μουσικὰ ἔργα,  εἴτε εἴδη τεχνολογίας (π.χ. ἀπὸ κασέτα σὲ ΨΠΔ), εἴτε -συνηθέστερα- μεταφορὰ ἀθλητῶν ἀπὸ μία ὁμάδα σὲ μία ἄλλη (συνεκδοχικὰ καὶ ὑπαλλήλων ἀπὸ ἐταιρεία σὲ ἐταιρεία.) 


[μεταγραφὴ < μεταγράφω < μετὰ + γράφω]


Μετεγγραφή: Εἶναι εἰδικὸς ὅρος ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐγγραφὴ ἑνὸς σπουδαστή, μαθητή, φοιτητὴ ἀπὸ ἕνα ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα σὲ ἕνα ἄλλο.


[μετεγγραφὴ < μετεγγράφομαι < μετὰ + ἐγγράφομαι (<ἐν + γράφομαι)]