Powered By Blogger

Κυριακή 12 Ιουλίου 2015

ΓΡΑΦΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ & Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΙΚΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΟ

     Σὲ συνάρτηση πρὸς τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν πορεία τῆς ἑλληνικῆς ἀλφαβήτου, αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἔκρινα ὅτι θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον ἐπίσης καὶ ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ συμπληρώσει τὴν πορεία τῆς ἀλφαβήτου ὡς πρὸς τὴν γραφή. Ἔτσι παρατίθενται σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο τὰ 24 βασικὰ ἑλληνικὰ γράμματα  καὶ ἡ γραφή τους ἀνα τοὺς αἰῶνες ὡς καὶ τὴν καθιέρωσή τους στὸ κλασικὸ ἑλληνικὸ σύστημα καὶ στὸ λατινικὸ. 

        Τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ χαλκιδικὸ ἀλφάβητο, τὸ ὁποῖο καὶ συνέστησαν οἱ ἄποικοι τῆς Κύμης στὶς νέες πόλεις ποὺ ἵδρυσαν στὴν Μεγάλη Ἑλλάδα.

        Ἡ γραφὴ τοῦ ἀλφαβήτου διέφερε ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχὴ ἀνὰ τὴν περιοχὴ τῆς Ἑλλάδας καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καθιερώθηκε τὸ ἀττικὸ ἀλφάβητο μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Εὐκλιδείου ἀλφαβήτου καὶ τὶς νέες ἀλλαγὲς ποὺ ἔφερε στὸ σύστημα γραφῆς μὲ τὴν δημιουργία τῶν δύο Ο (ὀνομαζόμενα πλέον ὄ μικρὸν καὶ ὧ μέγαν) ἀλλὰ καὶ τὴν τροπὴ τοῦ Η ἀπὸ καταγραφὴ τῆς δασείας στὸ μακρὸ Ε, καὶ τρέποντας τὸ βραχὺ Ε σὲ (Ε ψιλόν).

(Oἱ εἰκόνες ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπὸ τὸ 
ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ τοῦ Ἰωαν. Σταματάκου)


ΑΛΦΑ


 ΒΗΤΑ
 Νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὰ ἀρχαῖα ἦταν μία προφορὰ ἐνδιάμεση στὸ σημερινὸ "β" καὶ "μπ"

 ΓΑΜΜΑ


ΔΕΛΤΑ



Ε (ΨΙΛΟΝ)



 ΖΗΤΑ

Ἡ σημερινὴ γραφὴ προῆλθε πολὺ ἀργότερα μὲ τὴν μετατροπὴ τῆς καθέτου σὲ πλαγιοκάθετο, ὡς ἀνάγκη μεγαλύτερης διαφορᾶς πρὸς τὸ  Ἰῶτα γιὰ τοὺς ἀκόμα περισσότερους χρῆστες τῆς πλέον "παγκοσμίου" γλώσσας, ποὺ εἶχε γίνει ἡ ἑλληνική. 


ΗΤΑ
 Στοιχεία περεταίρω γιὰ τὴν τροπὴ ἀπὸ ἀναγραφὴ τῆς δασείας σὲ φωνῆεν στὸ ἄρθρο αὐτό.
Ἡ προφορὰ τῆς δασείας εἶναι ἀντίστοιχη σχεδὸν τοῦ ἀγγλικοῦ H ὅταν λέμε "house" δὲν εἶναι καθαρὸ Χ ὅπως λέμε σήμερα, εἶναι πιὸ ἀνάλαφρο στὴν προφορά. 


ΘΗΤΑ
Τὸ δασυνόμενο Τ (καὶ γιὰ αὐτὸ καὶ TH σὲ ἄλλες γλῶσσες γιὰ αὐτὸν τὸν φθόγγο)


 ΙΩΤΑ



ΚΑΠΠΑ
 
Κάππα ἄν καὶ ὑπῆρξε χαλκιδικὸ ἐν τοῦτοις δὲν χρησιμοποιήθηκε στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο παρὰ πολὺ ἀργότερα μιᾶς καὶ τὸ C κάλυπτε τὴν ἀνάγκη αὐτή.   


ΛΑΜΔΑ


 ΜΥ


 ΝΥ


 ΞΙ

Ὅπως μπορεῖτε νὰ δεῖτε γιὰ τὰ διπλά σύμφωνα (Ξ & Ψ) χρησιμοποιήθηκε καὶ ἡ διπλὴ γραφὴ σύμφωνα μὲ τὴν προφορὰ ἔτσι γιὰ ἕνα διάστημα τὸ Ξ γραφόταν ὡς ΧΣ 
(ὅπου Χ ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶναι τὸ Κ μὲ δασυνόμενη προφορά)
Στὴν λατινικὴ διατηρήθηκε ὡς ΚΖ στὴν προφορὰ μιᾶς καὶ τὸ ἑλληνικὸ Σίγμα πολλὲς περιστάσεις ἀνάλογα τοῦ φθογγικοῦ περιβάλλοντος γινόταν" ζ" ἡ "σ" στὴν προφορὰ (ὅπως γίνεται π.χ. καὶ στὰ ἀγγλικὰ )

 Ο  (ΜΙΚΡΟΝ)


 ΠΙ
ἀπὸ ἄποψη γραφῆς ἀπὸ καὶ τὸ χαλκιδικό Ρ δὲν διαφέρει τόσο ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο Π καθὼς ὅπως φαίνεται εἶναι ἕνα κλείσιμο τῆς μικρῆς ἀναγραφόμενης γραμμῆς τῆς μίας πλευρᾶς του, 
μιᾶς καὶ ἀργότερα ἔγινε πιὸ ἰσομετρικό διατηρῶντας τὸ ἴσον καὶ τῶν δύο πλευρῶν.


 ΡΩ
Ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦσαν τὸ Ρ γιὰ τὴν ἀναγραφὴ τοῦ πὶ ἐσχημάτισαν 
μία πιὸ μικρὴ γραμμὴ γιὰ νὰ διαφοροποιήσουν τὰ δύο γράμματα.

 ΣΙΓΜΑ


ΤΑΥ
 


 Υ  ΨΙΛΟΝ

Τὸ γρᾶμμα αὐτὸ στὸ φοινικὸ ἀλφάβητο εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ F , προφορὰ δηλαδὴ κοντὰ στὸ Β καὶ τὸ ΟΥ, τὸ λεγόμενο "Βαῦ". Στὰ ἑλληνικὰ ἦρθε νὰ ἀναπαραστήσει τὴν λεπτὴ προφορὰ τοῦ ἑνὸς ἑλληνικοῦ "ου" ποὺ μπορεῖται νὰ βρεῖτε π.χ. στὰ γερμανικὰ ὡς  ü . Ἐξ οὗ καὶ ψιλόν. Ἕνα ψιλὸ προφερόμενο στὸ στόμα "ου"
π.χ. σὲ περιοχὲς μπορεῖτε νὰ βρεῖτε νὰ γράφουν ΤΟΥΧΗ ἀντὶ ΤΥΧΗ λόγῳ πιὸ βαρειᾶς προφορᾶς.
Αὐτὸ τὸ γρᾶμμα στὴν λατινικὴ μὲ τὴν γραφὴ U ἀναπαρήστησε τὸ σχεδὸν ὄμοιο πρὸς τοῦ ἑλληνικοῦ θέματος F κι ἔτσι βρισκόταν στὴν θέση τῆς προφορᾶς τοῦ "OY"  καὶ τοῦ "B" γιὰ αὐτὸ καὶ ἀργότερα διασπάστηκε σὲ δύο γράμματα U καὶ V ἀντίστοιχα, ἐνῷ ἐξ ἀρχῆς στὰ λατινικὰ εἶχαν τὸ Y ὑπὸ τὸ ὄνομα y graecum (καὶ στὰ γαλλικὰ ἀκόμα τὸ λέν y greque) γιὰ λέξεις μόνον ἑλληνικὲς στὶς ὁποῖες τὸ ἔγραφαν, γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὴν ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα τῆς προφορᾶς τοῦ "ου"

 ΦΙ
Τὸ δαυνομένο Π γράφτηκε Φ ἀμέσως στὴν πορεία τῆς γλώσσας, 
διατηρήθηκε ὡς δύο γράμματα ΠΗ (πὶ καὶ δασεία δηλαδή) στὶς ἰταλικὲς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας (Μεγάλη Ἑλλάδα) ὡς PH καὶ διατηρεῖται ὠς σήμερα ἔτσι πρὸς ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ F (ἑλληνικὸ δίγαμμα ποὺ μεταφέρθηκε κι αὐτό) ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχουν σχεδὸν ἴδια προφορὰ ἀλλὰ ἡ λεπτὴ διαφορὰ ἐπειδὴ ὑπῆρχε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα διατηρήθηκε στὴν καταγραφὴ τῶν ἑλληνικῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων στὰ λατινικά. Ἔτσι, ἐνῷ ὑπῆρχε τὸ facio (φάκιο) ἔγραφαν Phaethon γιὰ τὴν ἰδιαιτερόητα τοῦ ἑλληνικοῦ φθόγγου "φ" . Μικρὸ τρικ εἶναι ὅτι ὅπου βλέπεται ph σὲ λατινογενεῖς γλῶσσες κατὰ 99% εἶναι λέξη δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἑλληνικά.

ΧΙ

Τὸ Χ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ Κ δασυνόμενο καὶ γιὰ αὐτὸ θὰ δεῖτε σὲ μεταγραφὲς ξένων λέξεων στὴν λατινικὴ καὶ σὲ γλῶσσες ποὺ αὐτὴ γέννησε νὰ γράφονται  CHAOS ἀπὸ τὸ XAOΣ, δίνοντας τὸ ἰδιαίτερον τῶν δασέων φθόγγων τῆς ἑλληνικῆς.


ΨΙ
Ὅπως καὶ τὸ Ξὶ ἔτσι καὶ τὸ Ψὶ γραφόταν σὲ πολλὲς περιοχὲς διπλό ὡς ΦΣ 
(ὅπου Φὶ τὸ δασυνόμενο Π)


 Ω  (ΜΕΓΑ)
Ἕνα γράμμα ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὸ Εὐκλίδειο ἀλφάβητο, ὅπου καὶ διαφοροποιήθηκε ἡ γραφὴ τοῦ Ο βραχέος καὶ μακροῦ στὲ ὄ μικρὸν καὶ ὦ μεγα ἀντίστοιχα

Μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Ω στὸ ἑλληνικὸ σύστημα γραφῆς ἀναδύθηκαν καὶ οἱ διαφοροποιήσεις στὶς προφορὲς ἀνὰ τὶς ἑλληνικὲς περιοχές, ἔτσι ὑπῆρξαν γραφὲς «τρῶμα» & «θῶμα» ἀντὶ «τραῦμα» & «θαῦμα» ἢ «ὤριστος» & «ὤνθρωπος» ἀντὶ  «ἄριστος»«ἄνθρωπος» ἢ πάλι «Μῶσα» ἀντὶ «Μοῦσα» 



ΛΑΤΙΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ


Ἄν καὶ κατεγράφησαν κάποιες πληροφορίες κάτω ἀπὸ κάποια γράμματα, ἐδὼ θὰ καταγραφοῦν λίγες περισσότερες λεπτομέρειες. 
Τὸ πρῶτο λατινικὸ ἀλφάβητο ἦταν αὐτό περίπου τὸ χαλκιδικὸ
( μὲ σύγχρονα γράμματα βέβαια, μιᾶς καὶ τὸ σύστημα ἐδὼ δὲν παρέχει τὶς ἀνάλογες γραμματοσειρες)

ἰταλιώτικο ἀλφάβητο:
A B C D E V Z H Θ Ι Κ L M N Ξ Ο P Q R S T Υ Χ Φ Ψ F

Στὴν πορεία, ὅμως, μιᾶς καὶ ἡ ἐτρουσκικὴ γλῶσσα δὲν εἶχε προφορὲς ἴδιες μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἄρχισε νὰ ἀναιρεῖ γράμματα κι ἔτσι 

A B C D E F Z H I K L M N O P Q R S T V X

Βάζοντας ἔτσι τὸ δίγαμμα νὰ ἀναπαριστᾶ τὸ "Φ" πλέον στὴν προφορὰ καὶ τὸ V νὰ ἔχει τὴν προφορὰ τοῦ "Y" τοῦ ἑλληνικοῦ τοῦ "ου" καὶ τοῦ ἐνδιάμεσου "β"

Ἀργότερα, ὅμως, τὸ C ἀπὸ γάμμα (προφορὰ σχεδον "γκ") πῆρε τὴν προφορὰ τοῦ Κ
δημιουργῶντας το C μὲ ἀγκύλη G ποὺ πῆρε τὴν προφορὰ "γκ" ἀλλὰ καὶ τοῦ "τζ", ἀνάλογα τοῦ περιβάλλοντος, διώχνοντας τὴν ἀνάγκη καὶ τοῦ Ζήτα τὸ ὁποῖο στὶς λεπτὲς προφορὲς
εἶχε τὴν θέση του τὸ S

Ἑνῶ καὶ τὰ ἑλληνικὰ Θ,  Φ  στὴν προφορὰ δὲν ὑπῆρχαν καὶ καταργήθηκαν ἐπίσης. 

Τὸ Ξ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸ X τὸ ὁποῖο πλέον ἐπίσης στὸ φωνητικὸ σύστημά τους δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ ἔγινε ξι στὴν προφορὰ λόγῳ τοῦ διπλογράμματος ΧΣ ποὺ χρησμιοποιοῦσαν οἱ χαλκιδεῖς πρότινος γιὰ Ξ, τὸ ὁποῖο κι ἀναλόγως περιβάλλοντος γινόταν "κσ" ἢ "κζ" ἐπίσης.

Το Κ ὡς γρᾶμμα διατηρήθηκε ἀλλὰ ἦταν σπανιότατο καὶ γιὰ αὐτὸ πολλὲς φορὲς δὲν γραφόταν κἄν.

Ἀργότερα, ὅμως, κατὰ τὸν 1° ἀιώνα π. Χ.  λόγῳ τῶν πολλῶν ἑλληνικῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Ἑλλάδας,  "ἀναγκάστηκαν" νὰ προσθέσουν τὸ Z (ποὺ πρόσφατα στὴν ἱστορία τους εἶχαν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο) ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπὸ καιρὸ Υ γιὰ νὰ γράψουν ἑλληνικὲς λέξεις.
Ἔτσι ἔγινε τὸ y graecum (υ ἑλληνικό). Ἀλλὰ τὰ ἔβαλαν στὸ τέλος τῆς ἀλφαβήτου τους ὡς τὰ λιγότερο σὲ χρήση.

Τὰ νεώτερα γράμματα ποὺ εἰσήχθησαν ἦταν τὸ W (διπλό V) γιὰ νὰ ἀναπαριστὰ λέξεις τῶν γερμανικῶν περιοχῶν κατὰ τὸν μεσαίωνα.  Τότε ἦταν ποὺ καὶ τὰ Ι καὶ U διαχωρίστηκαν πλήρως καὶ θεωρήθηκα ἐξ ὀλοκλήρου φωνήεντα, ἐνῷ δημιούργησαν τὸ J γιὰ νὰ ἀναπαρηστοῦν τὸ ἠμίφωνο ἰώτα γιὰ πρώτη φορὰ διαφορετικά. ( στὰ ἑλληνικὰ συνεχίζει καὶ εἶναι ἀκόμα μὲ τὸ Ι γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἰατρὸς γίνεται γιατρός π.χ.)






Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Γοργόνα (ετυμολογία)


Γοργόνες ἦταν οἱ τρεῖς μυθικὲς ἀδελφές Σθενῶ, Μέδουσα, Εὐρυάλη στὴν μυθικὴ ἐκδοχὴ ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο.  Πλάσματα φριχτά, μὲ φίδια ἀντὶ μαλλιῶν καὶ ἕνα βλέμμα ἱκανὸ νὰ κάνει πέτρα ὅποιον τολμοῦσε νὰ τὸ ἀντικρύσει. 
Ἀνὰ περιοχὲς τὴν Γοργῶ συσχέτιζαν μὲ ἀέρινο/χθόνιο ἤ και  θαλάσσιο ὄν καὶ γιὰ αὐτὸ κάποια στιγμὴ μεταφέρθηκε ἡ ἔννοια σὲ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε σήμερα, λέγονας «γοργόνα»



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: 

Ἡ Γοργώ, (τῆς Γοργόος/Γοργοῦς, ἀργότερα «Γοργόνος» λόγῳ προσομοίωσης τῆς κλίσης) <γοργός (φριχτός, τρομερός |  ἄγριος )  

«Γοργὸς» στὰ ἄλογα συχνὰ σήμαινε αὐτὸ ποὺ λέμε «θερμόαιμο», «ἀτίθασο» καὶ ἔτσι ἐπὶ ἑλληνιστικῶν χρόνων πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ «ζωηρός» παίρνοντας μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει σήμερα «ζωηρός και σβέλτος»

*Ἡ λέξη γρήγορος δὲν σχετίζεται ἐτυμολογικά μὲ αὐτήν.






ΜΕΔΟΥΣΑ ἐτυμολογία



Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
   
  Ἡ λέξη σημαίνει αὐτὴ ποὺ φυλάσσει, προσέχει. Πρόκειται γιὰ μετοχὴ τοῦ ῥήματος «μέδω» (= «βασιλεύω», «προστατεύω», ἀργότερα «προσέχω», «προνοῶ») οἱ μετοχὲς «μεδέων/μέδουσα» οὐσιαστικοποιήθηκαν, σημαίνοντας τὸν/τὴν φύλακα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προέκυψε καὶ τὸ ὄνομα τῆς Μέδουσας.  
Ἴδιας ῥίζας καὶ ἡ «Μήτις» (=φρόνησις, σύνεσις), ἀλλὰ καί τὸ «μέτρο» (=σχέδιο)

Ἐπρόκειτο δὲ γιὰ ὄψη ποὺ χρησιμοποιεῖτο σὲ φυλαχτά ἤ ἐξ ἀρχῆς, προκαλῶντας τροφὴ γιὰ τὴν μυθολογία εἴτε βάσει τοῦ μυθολογικοῦ στοιχείου ποὺ τὴν καθιστᾶ προστάτιδα ἐμμέσως τῆς Ἀθηνᾶς (βλ. παρακάτω)


Ο ΜΥΘΟΣ:


  1.    Ὁ Ἡσίοδος μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Μέδουσα ἦταν μία ἀπὸ τῆς Γοργόνες· αὐτὴ καὶ οἱ ἀδελές της ζοῦσαν στὶς ἐσχατιές τῆς Δύσης, στὴν χώρα τῶν Ἑσπερίδων, πέρα ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικό. Οἱ ἄλλες δύο ἦταν ἡ Σθενῶ καὶ ἡ Εὐρυάλη καὶ ἦταν κόρες τοῦ Φόρκυ καὶ τῆς Κητοῦς. Ἦταν ἡ πιὸ φριχτὴ ἀπὸ τὶς ἀδερφές της  στὴν ὄψη και ἦταν θνητὴ σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκεῖνες καὶ γιὰ αὐτὸ κατέφερε νὰ τὴν σκοτώσει ὁ Περσέας.
  2.   Κατὰ τὸν Ὀβίδιο πάλι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ κοπέλα πανέμορφη ποὺ κυνηγοῦσε ὁ Ποσειδώνας θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της, ἔτρεξε ἐκείνη καὶ κλείστηκε στὸν ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς, ὅμως, ἐκεῖνος τὴν βίασε. Ἐξοργισμένη ἡ Ἀθηνᾶ καὶ μὴν μπορῶντας νὰ τὰ βάλει μὲ τὸν Ποσειδώνα, ἔρριξε τὸν θυμό της στὴν κοπέλα κάνοντας τὰ μαλλιά της φίδια καὶ καταριῶντας την ἔτσι, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ κατάματα χωρὶς νὰ γίνει πέτρα. 
Καί στὶς δύο ἐκδοχὲς ὁ Περσέας τὴν σκότωσε καὶ παρέδωσε τὸ κεφάλι της στὴν Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία τὸ ἔβαλε στὴν ἀσπίδα της σὰν προστασία, μετατρέποντας κάθε ἐχθρὸ σὲ πέτρα, μιᾶς καὶ εἶχαν διατηρηθεῖ οἱ δυνάμεις της. Ὅταν σκοτώθηκε, ἀπὸ μέσα της πετάχτηκε ὁ Πήγασος καὶ ὁ γίγας Χρυσαώρας, παιδιὰ τοῦ Ποσειδώνα.













"Μᾶς ἔπρηξαν τὰ μέζεα"

Εἶχε ἀκουστεῖ πρόσφατα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν κο Ζουράρι. 

Ἡ λέξη εἶναι ἀρχαῖα καὶ σημαίνει τὰ ἀνδρικὰ γεννητικὰ ὄργανα.

Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ῥῆμα "μαδάω" (=εἶμαι ὑγρός, νοτερός)

[γιὰ μαλλιά σημαίνει ὅτι πεφτουν καὶ στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ 

ἀργότερα]

  1. "μήδεο" στὸν ἐνικὸ =οὐροδόχος κύστη
  1. "μήδεα"καὶ στὸν = τὰ γεννητικὰ ὄργανα τοῦ ἀνδρὸς  
(διαφοροποιῶντας ἐννοιολογικὰ ἑνικὸ καὶ πληθυντικό, καθὼς δανείζονταν τὸ "αἰδοῖο" γιὰ τὸ ἑνικὸ τοῦ ἀνδρικοῦ μορίου, δηλαδη, τὸ ὁποῖο δὲν σήμαινε μόνο τὸ γυναικεῖο, ἀλλὰ καί τὸ ἀνδρικὸ μόριο (< αἰδῶ= ντροπὴ γιὰ αὐτά.) ἢ τὴν λέξη πέος 



Ἡ λέξη "μέζεα" στὸν Ἠσύχιο ἀπαντᾶται πρώτη φορά, ὡς 

δωρικὴ προφορά τῆς λέξης- τὸ "ζ" εἶναι "σδ/δς" στὴν ἀρχαία 

προφορά.]


Προσοχή, ὅμως, καθὼς ὑπάρχει καὶ τὸ "μήδεο" ποὺ σχετίζεται μὲ 

τὸ "μέδω" (=φυλάττω, προσέχω, προνοῶ)




Σάββατο 20 Ιουνίου 2015

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΛΦΑΒΗΤΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Ἄν καὶ θεωρεῖται ὅτι ἦρθε ἀπὸ τὴν Φοινίκη τὸ φοινικικὸ ἀλφάβητο πρῶτο κι ἔπειτα τὸ ἑλληνικό, πολλοὶ θεωροῦν ὅτι τὸ ἑλληνικὸ ἦταν πρῶτο καὶ σὲ αὐτὸ ἔχουν συντελέσει πολλὲς ἔρευνες καὶ ἀνακαλύψεις τῶν τελευταίων δεκαετιῶν ποὺ ὅμως περιέργως "θάβονται".

Στὶς ἔρευνες αὐτὲς ἔχουν βρεθεῖ παλαιότερα τῶν φοινικικῶν ἐπιγραφῶν κείμενα στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο.Ἐπίσης, θεωρεῖται δύσκολο ὁ Ὅμηρος νὰ ἔγραψε τόσο γρήγορα σὲ ἕνα γραπτὸ σύστημα ποὺ εἶχε βρεθεῖ στὰ χέρια του σὲ πολὺ μικρὸ διάστημα (λίγο-πολὺ ἕναν αἰώνα). Καὶ πρὸς ἀντίκρουση ὅσων θεωροῦν φοινικικὸ τὸ σύστημα λόγῳ τοῦ ἄκλιτου τῶν ὀνομάτων τῶν γραμμάτων καὶ τῆς μὴ σημασίας ἐννοιολογικὴς στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ ἀπάντηση εἶναι ὅτι ὅταν τὰ ὀνόματα τῶν γραμμάτων στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο ἀναφέρονται ἤδη τὸν 5°αι π.Χ., ἐνῶ τὰ φοινικικὰ ἀναφέρονται μὲ ὄνομα πολὺ ἀργότερα, κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή.

Εἴτε δανείστηκαν , εἴτε ὄχι οἱ ἀρχαῖοι Ἔλληνες γράμματα τῶν Φοινίκων, τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς τὸ πρῶτο γνήσιο ἀλφάβητο, καθὼς πρόκειται γιὰ ἕνα σύστημα τὸ ὁποῖο περιέχει γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία ἕνα σύμβολο γιὰ κάθε φθόγγο (προφορὰ) ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν λόγο. Καθὼς τὸ φοινικικὸ δὲν εἶχε φωνήεντα (ἐφευρέθηκαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες) καὶ ἦταν πιὸ πολὺ συλλαβογραφικό. 

Τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο ξεκίνησε μὲ περισσότερα τῶν 24 γραμμάτων 
σὲ κάποιες δὲ περιοχὲς ἀναπτύχθηκαν καὶ ἄλλα σύμβολα γιὰ ἰδιωματισμούς.



(φαίνεται ἐδὼ στὴν πρώτη στήλη ἡ ἐπικρατούσα ἀρχαϊκὴ γραφὴ, 
ἡ κλασικὴ καὶ δίπλα ἡ προφορὰ κατὰ τὸ ἀρχαῖο σύστημα, ὅμως)


Ἀπὸ αὐτὰ τὸ " F " δίγαμμα, τὸ κόππα " Ϙ " 
 τὸ σαμπί  ποὺ ἀρχικὰ ἦταν  " Greek Sampi Ionian.svg "( κι ἀργότερα" ϡ " )
τὸ Σαν " ϻ "

Ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρῶτα δύο μεταφέρθηκαν στὸ Λατινικὸ ἀλφάβητο, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι τὸ ἑλληνικὸ ἀλφάβητο τῶν ἀποικιῶν τῆς Κύμης, τὸ χαλκιδικὸ ἀλφάβητο.

Τὸ F παρεῖχε ἕναν ἦχο παρόμοιο μὲ τὸ σημερινὸ W. Ἔτσι ἄν τὸ εἶχαμε σήμερα 
θὰ γράφαμε " Fάσιγκτων" , "Fικιπαιδεία", "Fίσκι".

Τὸ Κόππα χρησιμοποιήθηκε ἀνὰ περιοχὲς γιὰ τὴν καταγραφὴ καὶ διαφορὰ τοῦ γλυκοῦ ἀπὸ τὸ σκληρὸ κάππα.Ἔτσι θὰ γράφαμε  " Ϙόρινθος "  ἐνῷ "Κέρκυρα"

Τὸ Greek Sampi Ionian.svg σαμπί  (ὀνομάστηκε ἔτσι ἀργότερα λόγω σχήματος στὴν ἀριθμιτικὴ γραφή, δηλαδη: ϡ μοιάζοντας μὲ τὸ πι) Ἐπὶ τῆς οὐσίας χρησιμοποιεῖτο σὰν καταγραφὴ τοῦ διπλοῦ ταῦ καὶ σίγμα ποὺ ἀνὰ περιοχὲς φαίνεται νὰ εἶχε πιὸ ἰδιαίτερη προφορὰ 


ὡς ἐκ τούτου: τέGreek Sampi Ionian.svgερα (τέσσερα) αGreek Sampi Ionian.svgικη (ἀττικὴ)

Τὸ ϻ  σὰν, χρησιμοποιήθηκε κυρίως ἀπὸ δωρικὲς διαλέκτους καταγράφοντας ἕνα συριστικὸ "τς" ἤ "σ"


Ϻικύων ἀντὶ γιὰ Σικύων συναντᾶμε σὲ κείμενα. Ὁ Ἡρόδοτος καταγράφει δέ: «Οἱ Δωριείς τὸ ὀνομάζουν σαν , οἱ Ἴωνες σίγμα.» 


Πάνω σὲ αὐτὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἐκτὸς τῶν δύο τελευταίων τὰ ἄλλα δύο διατηρήθηκαν σὲ ἄλλες γλῶσσες ἀλλὰ καὶ στὸ ἑλληνικὸ ἀριθμητικὸ σύστημα μαζί μὲ τὸ σάμπι. Το δίγαμμα ὡς στίγμα "ς" (=6) καὶ τὸ κόππα ὡς "ϟ" (=90) καὶ σαμπί  "ϡ" (=900)


Ἡ ἑλληνικὴ ἀλφάβητος ἡ σημερινὴ εἶναι ὅπως καὶ ἡ κοινὴ νεοελληνικὴ γλῶσσα  κυρίως βασισμένη στὴν ἀττικὴ γλῶσσα. Ἔτσι, ἔχουμε ὡς σήμερα τὴν ἀλφάβητο ποὺ θεσμοθετήθηκε τὸ 403 π.Χ. ἐν Ἀθήναις, ὅταν ἦταν ἀρχοντας ὁ Εὐκλείδης, κι ἔτσι ἔγινε γνωστὸ ὡς εὐκλείδιο, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Μιλήτου. 

Τὰ δύο βασικώτερα νέα ποὺ εἰσήγαγε στὴν γραφόμενη γλῶσσα ἦταν:
α') Ἡ δημιουργία τοῦ Ω (ὠμέγα) καὶ ἡ διαφοροποίησή του ἀπὸ τὸ Ο (ὄμικρον). Ὡς τότε δὲν ὑπῆρχε γραπτὴ διαφοροποίηση τῶν γραμμάτων αὐτῶν. Βραχὺ καὶ μακρὸ ο καταγράφονταν τὸ ἴδιο. Σὲ πολλὲς δὲ περιοχὲς μετὰ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Ω ὑπῆρξαν γραφὲς ὅπως : «Μῶσα» ἄντὶ «Μοῦσα», «θῶμα» ἀντὶ «θαῦμα», κι αὐτὸ ἀπεκάλυψε καὶ πολλοὺς κατὰ περιοχὲς ἰδιωματισμοὺς τῶν διαλέκτων.
β') Ἡ μετατροπὴ τοῦ γράμματος Η ἀπὸ ἠμίφωνο πνεῦμα σὲ φωνῆεν. Ὡς τότε, καὶ στὴν ἀττικὴ ἡ χρήση τοῦ Η ἦταν ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ ἀλφάβητα μία καταγραφὴ τῆς δασείας. (μέσῳ τῆς χαλκιδικῆς ἀλφαβήτου πέρασε αὐτὴ ἡ χρήση στὴν λατινικὴ) Ἔτσι, τὸ Η ἔγινε ἡ γραφὴ τοῦ μακροῦ Ε, καὶι τὸ ΠΟΤΕΡΙΟΝ ἔγινε ΠΟΤΗΡΙΟΝ, ὁ ΑΡΕΣ => ΑΡΗΣ. Ἐνῷ τὰ ΗΕΛΛΑΣ, ΗΕΚΑΤΟΝ, ἔγιναν ΕΛΛΑΣ, ΕΚΑΤΟΝ, ἄν καὶ γιὰ ἕνα σημαντικὸ διάστημα χρησιμοποιήθηκε τὸ ├  τὸ μίσὸ ἀριστερὸ ἦτα γιὰ τὴν δημιουργία τῆς δασείας στὴν γραφὴ ἐνῷ τὸ ┤ δεξὶ γιὰ τὴν ἔλλειψη δασείας (ψιλη) αὐτὰ τὰ σύμβολα μετὰ ἐσχημάτισαν τὴν δασεία καὶ τὴν ψιλὴ ποὺ γνωρίζουμε σήμερα. (ἄν προσέξετε, ἀφαιρῶντας τὸ κάτω μισὸ κάθε μισοῦ ἦτα δημιουργοῦνται τὰ σύμβολά τους.)


Τὰ ὑπόλοιπα γράμματα καταργήθηκαν, θεωρῶντας ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα φωνητικὰ σχήματα μποροῦσαν νὰ ἀναπαραστηθοῦν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα. Πολλοὶ θεωροῦν ὅτι δὲν εἶναι τυχαῖο αὐτό, καθὼς ἐπιλέχθησαν τὰ 24 πιὸ καθαρὰ φθογγικὰ σύμβολα, ἕνας συμμετρικὸς ἀριθμός.




ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ εἶναι τὸ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γραφὴ ἦταν γραφὴ χωρὶς κενὰ, χωρὶς τόνους καὶ κεφαλιογράμματη. Ἔτσι, φαίνεται καὶ τὸ πόσο διαφορετικὰ εἶχαν καταφέρει νὰ λειτουργοῦν νοητικά, διαχωρίζοντας αὐτομάτως τὶς λέξεις καὶ τὶς ἔννοιες στὸ μυαλό τους, ὅταν διάβαζαν κείμενα. 

(ἀπὸ τὴν Στήλη τῆς Ροζέτας)






ΜΗΤΡΥΙΑ ἢ ΜΗΤΡΙΑ / ΠΑΤΡΥΙΟΣ ἢ ΠΑΤΡΙΟΣ

Οἱ λέξεις ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα ὀρθογραφοῦνται ὡς 

«μητρυιά» καὶ «πατρυιός»

Ἄν καὶ ἡ παραγωγὴ μὲ "υι"  δὲν εἶναι ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ γνωστὸ πῶς προέκυψε, τὸ γεγονός ὅτι ἐξ ἀρχῆς ἡ λέξη γραφόταν μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ καθὼς ἡ ἑλληνικὴ ὀρθογραφία εἶναι ἱστορικὴ (δηλαδὴ βασίζεται στὸν τρόπο παραγωγῆς καὶ "γέννησης" τῶν λέξεων)  τότε δὲν χωρεῖ λόγος ἁπλούστευσης τῆς ὀρθογραφίας.

ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ Ἤ ΜΕΛΑΧΡΟΙΝΟΣ;

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:

ὑπάρχει ἡ θεωρία ὅτι :

μελαχρινός < μσν. μελαγχρινός < ἀρχ.  μελάγχρους + παραγωτικὸ ἐπίθημα "-ινος"

Ὅμως, λόγῳ ὕπαρξης τῆς λέξεως «μελαγχροιής»  πολλοὶ θεωροῦν ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴν λέξη προέκυψε ἡ σημερινὴ λέξη καὶ γράφουν «μελαχροινός».  Ὅμως, καθὼς κατὰ τὸν μεσαίωνα καὶ στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους ἡ λέξη εἶχε ἐπικρατήσει ὡς «μελαγχρινὸς» καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρεῖται ὀρθότερη τῆς γραφῆς μὲ «-οι-»


[Χρὼς = εἶναι ἡ ἐπιδερμίδα]