Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Κλίση τοῦ ῥήματος «ζῶ»

Τὸ ῥῆμα «ζῶ» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα συνῃρημένα ῥήματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σὲ «-ήω», (ὅπως τὰ πεινῶ, διψῶ, χρῶμαι). Κατὰ τὴν ἀρχαία κλίνεται δηλαδή: ζῶ, ζῆς, ζῆ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι.


Ὄντας, βέβαια, μία σπάνια ἐξαίρεση, καθὼς τὰ ἄλλα ῥήματα αὐτῆς τῆς κατηγορίας συνῃρημένων ἄλλαξαν στὴν πορεία (π.χ. πεινῶ, πεινᾶς... ἀπὸ πεινῶ, πεινῆς...κ.λπ.), θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ ἡ ἁπλὴ -ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ ἄλλα- κλίση του ὡς: ζῶ, ζεῖς, ζεῖ, ζοῦμε, ζεῖτε, ζοῦν.


Ἁπλῶς, πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ σωστότερο εἶναι νὰ κλίνεται γραφόμενο μὲ «η» καί στὴν νέα κατὰ τὴν ἀρχαία κλίση, μιᾶς καὶ δὲν ἄλλαξε ὅπως τὰ ἄλλα τῆς κατηγορίας του:
ζῶ, ζῆς, ζῆ, ζοῦμε, ζῆτε, ζοῦν.




ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Παρὰ τοῦ ὅτι εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ «ει» στὴν νεοελληνικὴ κλίση τοῦ ῥήματος, δὲν πρέπει νὰ γίνεται λάθος στὸν ἀπαρεμφατικό του τύπο, εἰδικὰ στὴν ἀρχαιοπρεπὴ φράση «εὖ ζῆν» ἢ στὴν ἔκφραση «ζήτω» (γ' ἑνικὸ πρόσωπο προστακτικής, «νὰ ζῆ»)