Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

ΗΧΟΣ (πόθεν ἔρχεται;) ΗΧΩ, ΙΑΧΗ;


Στὰ ἀρχαῖα πρόκειται ἀρχικῶς γιὰ τὴν λέξη «ἡ ἠχή», στὰ δωρικὰ « ἀχά », ἀργότερα ἔγινε «ἦχος». 
Σήμαινε δέ, τὸν δυνατὸ θόρυβο, τὸν ταραχώδη θόρυβο τοῦ ὄχλου, ἀλλὰ καὶ τὸν ρόχθο (τὸν ταραχώδη θόρυβο τῶν κυμάτων)

Ἡ πιὸ παλιὰ βάση τῆς λέξης εἶναι ὑπὸ τὴν μορφὴ «Fαχά» , καὶ φαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας νὰ εἶναι μία ἠχομιμητικὴ, ὀνοματοποιημένη λέξη, βάσει τῶν βασικῶν ἤχων ποὺ ἀρθρώνονται καὶ ἀκούγονται σὲ μία ὀχλαγωγία. 

Ἀργότερα προέκυψε τὸ ἀρσενικὸ «ἦχος» προσδίδοντας τὴν ἔννοια ποὺ ἔχουμε καὶ σήμερα. 

Ἡ λέξη «ἠχώ» σήμαινε τὸν δυνατὸ θόρυβο ἀπὸ ἀντανακλούμενο ἦχο, ἀναπαλλόμενος ἦχος, ἀντήχησις.  Τὸ «ω» λογικῶς λόγῳ τοῦ ὅτι πρόκειται γιὰ τὸ πιὸ κατεξοχὴν μακρὸ φωνῆεν.

Ἡ λέξη «ἰαχὴ» εἶναι ἐπίσης ὀμόρριζη μιᾶς καὶ θεωρεῖται ὅτι παρήχθη ἀπὸ τὸ  «FιFαχά», δηλαδὴ ἀπὸ ἀναδιπλασιασμός τῆς λέξης «Fαχά», καὶ μιᾶς καὶ πρόκειται γιὰ κραυγή, δυνατή φωνή ἢ κραυγὴ ὀδύνης, πόνου  (στὴν ὁποία περίπτωση ἀναπαράγουμε συνέχως ὄμοιους ἤχους) εἶναι εὐνόητη ἡ δημιουργία της ὑπ' αὐτὸν τὸν τρόπο. ]
Ὑπήρχαν δὲ δύο ῥήματα τὸ :  ἰάχω καὶ ἀργότερα προέκυψε καί τὸ ἰαχέω. Τὸ πρῶτο σήμαινε κραυγάζω, βοῶ.. ὅταν εἶχε ἀντικείμενο σήμαινε ἐξυμνῶ κάποιον..τὸ «ἰαχέω» σήμαινε γιουχάρω, φωνάζω κατά κάποιου.

«ἰαχὴ» σήμερα σημαίνει ἐνθουσιώδεις κραυγές, βοές.

Βάσει ἤχου δημιουργήθηκαν πάμπολες λέξεις, καὶ βάσει θεωριῶν ὅλες οἱ πρῶτες βασικὲς λέξεις κάθε λαοῦ. Βάσει λέξεων τοῦ περιβάλλοντος ἢ ζώων ἔχουμε πλῆθος λέξεων τὶς ὁποῖες ὀνομάζουμε ἠχοποίητες ἢ πιὸ ἐπιστημονικῶς ἠχομιμητικές.









ΚΟΜΜΑ ἐτυμολογία (γιὰ πολιτικὸ καὶ μή)

ΚΟΜΜΑ < κοπ-μα < κόπτω (=κοβω)


«κόμμα» στὰ ἀρχαῖα σήμαινε  ὁτιδήποτε κομμένο, καὶ ἡ ἀρχικὴ σημασία εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴν τύπωση -χάραγμα ἐπὶ τῆς οὐσίας- νομίσματος, καὶ συνεκδοχικὰ ἄρχισε νὰ σημαίνει καὶ «νόμισμα» 

Ἀργότερα, πῆρε τὴν ἔννοια μικροῦ τμήματος περιόδου (πρόταση), γιὰ τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε καὶ ἡ πιὸ ἐπίσημη λέξη «κῶλον»(=μέλος) (πρβ. στὰ λατινικὰ semicolon ἡ ἄνω τελεία)

Καὶ σύντομα, ἐπειδὴ σήμαινε τὸν διαχωρισμὸ τῶν προτάσεων, πῆρε καὶ τὴν σημασία τῆς ὑποδιαστολῆς.

Ἡ πολιτικὴ χρήση τῆς λέξης ἐπῆλθε ἀργότερα ὡς μεταφραστικὸ δάνειο τῆς λέξης -ἀπόδοση δηλαδή- τοῦ γαλλικοῦ πολιτικοῦ ὅρου partie (κομμάτι δηλαδή), σημαίνοντας στὴν οὐσία τὸν διαχωρισμὸ τῶν πολιτικῶν σύμφωνα μὲ τὶς πολιτικὲς πεποιθήσεις τους.

Φυσικὰ ἡ κλίση τῆς λέξης εἶναι κανονικὴ 
τὸ κόμμα, τοῦ κόμματος κ.λπ.













Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ ἀλλὰ ΥΠΟΣΤΥΛΩΣΗ

Τὰ δύο αὐτὰ ἔρχονται νὰ συμπληρώσουν τὴν σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὰ « στήλη» καὶ «στύλος» ποὺ συχνὰ συγχέονται

Τὸ ῥῆμα «ἀναστηλώνω» ὑπάρχει ἤδη στὴν ἀρχαιότητα  ὡς παράγωγο τοῦ «στηλῶ» ποὺ ἐσήμαινε «στήνω στήλη/μνημεῖο-γράγω σὲ στήλη»

Στὰ σημερινὰ χρόνια ἔχει ἐπικρατήσει μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «ἀποκαθιστῶ τὴν ἀρχικὴ μορφὴ ἑνὸς κτηρίου, ἑνὸς μνημείου» ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ «ἡ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων» ὅπως καθιερώθηκε νὰ ὀνομάζεται ἡ ἐπαναφορὰ τῶν εἰκόνων μετὰ τὴν εἰκονομαχία, μιᾶς καὶ ἀποκαταστάθηκε ἡ μνημειώδης τους σημασία.

Ἔτσι ἔχουμε « ἀνὰ + στηλῶ » κι ὄχι «ἀναστυλώνω»

Ὑπάρχει ὅμως ἡ «ὑποστύλωση» καὶ τὸ «ὑποστυλώνω»

ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο: ὑποστυλῶ < ὑπόστυλος < ὑπὸ+στῦλος

Τὸ ὁποῖο σημαίνει στερεώνω κάτι, ὑποστηρίζω μὲ στύλους, βάζω στύλους ὑπὸ κάποιου γιὰ στήριξη

Λόγῳ σύγχυσης τῶν δύο βάσεων πολλοὶ γράφουν "ἀναστυλώνω"
ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι σὲ ἀνάλογες χρήσεις γλωσσῶν στὸ ἐξωτερικὸ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη "στῦλος" κι ἔτσι ὑπῆρξε μία σύγχυση. Ὅμως, καὶ οἱ δύο λέξεις πλάστηκαν στὴν ἀρχαία γλῶσσα καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει λόγος σύγχυσης ἤ ἀλλαγῆς. 

Τὸ κλειδὶ -ὅπως καὶ σὲ ὅλη τὴν ἑλληνικὴ ὀρθογραφία- εἶναι ἡ κατανόηση αὐτοῦ ποὺ σημαίνει (σηματοδοτεῖ) ἡ λέξη.




Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

ΓΚΟΜΕΝΑ // ΓΚΟΜΕΝΟΣ ἡ ἐτυμολογία.

Ὑπάρχουν πολλὲς ἐκδοχὲς γιὰ τὸ πῶς προῆλθε ἡ λέξη:


ἡ πιὸ βάσιμη λέει:


1)  
γκόμενα< γκόμενος< ἰταλικὸ gommeno < γαλλικὸ gommeux 

ὁ ἀρωματισμένος ( ὁ ὄμορφος νέος) <gomme ( τὸ ὁποίο 


βέβαια : <ἰταλ. gomma < λατινικὸ cummis/ gummis< ἀρχαῖο 


ἑλ. κόμμι ) 



2) Ἡ
ἄλλη συνήθης ἐκδοχὴ λέει gomena στὰ 

βενετσιάνικα τὸ σχοινὶ ἄγκυρας καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ ὄμορφες 


γυναῖκες σέρνουν πίσω τους τοὺς ἄνδρες ὅπως τὸ σχοινὶ τὶς


ἄγκυρες ὀνομάστηκαν γκόμενες



3)

Καὶ ἡ τρίτη ἐκδοχὴ λέει ὅτι βγῆκε ἀπὸ τὴν gomina 

(ἱσπανικό) < gomma < λατινικὸ gummis/ cummis< ἀρχ. ἑλ. 


κόμμι. 


Gomina ἦταν μάρκα μιᾶς λὰκ μαλλιῶν στὴν ἀργεντινὴ καὶ


ταυτίστηκε μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ τὴν φοροῦσαν.

ΑΜΜΟΣ (ετυμολογια)

Ἡ λέξη «ἄμμος» στὰ ἀρχαῖα ἀρχικῶς «ψάμμος» προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «ψάω» = τρίβω/ τρίβω κάτι γιὰ νὰ τὸ κάνω λεῖο/ καθαρίζω/συντρίβω/κάνω σκόνη

ἄμμος < ψάμμος <ψάφ-μος < ψά-ω















Οἱ ἔννοιες τοῦ ῥήματος αὐτοῦ κατέληξαν στὴν ἄμμο ποὺ σημαίνει τοὺς πολὺ λεπτοὺς κόκκους λίθων.

Συγγενικὰ τῆς λέξης εἶναι τὸ «ψῆγμα», «ψιλὸς» «ψωθὶον» (=μικρὴ μπουκιὰ) ἔτσι καὶ τὸ «ψωμι» <«ψωμὸς» (=τὸ μικρὸ κομμάτι ἄρτου) «ὁ ψωλὸς» (=τὸ πέος μετὰ τὴν περιτομὴ ποὺ ἔχει γίνει λεῖο)

ΑΜΜΟΘΙΝΕΣ (ετυμολογια)















(oἱ ἀμμοθῖνες τῆς Λήμνου / " οἱ ἄμ'δες" )


Ἡ λέξη «ἀμμοθῖνες» εἶναι σύνθετη καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «ἄμμος» καὶ τὶς «θῖνες» ὅπου «ἡ θὶς» (τῆς θινὸς) ὁ σωρὸς ἄμμου. 
Ἔτσι, μὲ αὐτὴ τὴν ὑπερβολὴ στὴν σύνθεση σημαίνουν  «οἱ ἀμμοθῖνες» μεγάλους σωροὺς ἄμμου.


Γιὰ τὴν λέξη «θὶς» μπορεῖτε νὰ δεῖτε καὶ στὸ ἄρθρο 
μιᾶς καὶ πρόκειται γιὰ τὴν ἴδια λέξη ποὺ κρύβεται
 καὶ σὲ αὐτὴ τὴν ὁμηρικὴ φράση.














ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ (ετυμολογία παραλίας)

(παραλία στὴν Λῆμνο)

Μὶα ὁμηρικὴ φράση τῆς Ἰλιάδας ποὺ ἀκόμα χρησιμοποιεῖται στὴν καθημερινότητα, θέλοντας νὰ ἀναφέρουμε ὅτι κάτι γίνεται παραλιακῶς.

Ἡ «θὶς» εἶναι 1) ὁ σωρὸς ἄμμου, (μετέπειτα ἔλαβε τὴν ἔννοια καὶ τοῦ σωροῦ μιᾶς καὶ βρίσκομε τὴν φράση «θὶς ὀστέων»=σωρὸς ὀστῶν) 2) ἡ ἄμμος τοῦ βυθοῦ τῆς θάλασσας. 

κλίνεται δὲ κατὰ τὰ ἐνρινόληκτα (μὲ χαρακτῆρα νῦ) τῆς γ'κλίσης.

Ὀν.        ἡ θὶς                            οἱ θῖνες
Γεν.    τῆς θινὸς                    τῶν θινῶν
Δοτ.     τῇ θινὶ                        ταῖς θισὶ
Αἰτ.     τὴν θῖνα                      τὰς θῖνας
Κλητ.    ὦ θὶς                           ὦ θῖνες

Καὶ ἔτσι ἔχουμε τὴν λέξη «ἀμμοθῖνες» = μεγάλοι σωροὶ ἄμμου, 
καὶ πολλὲς φορὲς καὶ σκέτο «θῖνες» = ἀμμώδεις λόφοι

                                    
Ἐνῷ ἡ λέξη «ἅλς» σημαίνει θάλασσα 

Βέβαια, στὰ ἀρχαῖα ὑπάρχει διαχωρισμὸς τῆς λέξης σὲ ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό, καλύπτοντας δύο ἔννοιες:

ἡ ἅλς = θάλασσα
ὁ ἅλς= τὸ ἁλάτι

καὶ κλίνεται ὅπως τὰ ἐνρινόληκτα σὲ λ/ρ

ἡ/ὁ          ἅλς         αἱ/οἱ       ἅλες
τῆς/τοῦ  ἁλὸς        τῶν         ἁλῶν
τῇ/τῷ      ἁλὶ       ταῖς/τοῖς    ἁλσὶ
τὴν/τὸν    ἁλὰ     τὰς/τοὺς    ἅλας
ὦ            ἅλς            ὦ           ἅλες

καὶ ἀπὸ τὸ ἴδιο θέμα "ἁλ-" προέρχονται καὶ ὅλες οἱ σχετικὲς λέξεις: ἅλ-μη, ἁλ-μύρα κ.λπ

Ἔτσι ἐννοιολογικὰ καὶ ἡ σημερινὰ λέξη εἶναι ταυτόσημη τῆς φράσης αὐτῆς:  παρὰ θῖνα ἅλος  = κοντὰ στὴν σωρὸ ἄμμου τῆς θάλασσας => κοντὰ στὴν ἀμμουδιὰ τῆς θάλασσας => παρὰ τῆς ἁλὸς => παρ(ὰ) + ἁλ(ς) + ιο => παραλια(κῶς) (= στὴν παραλία)



Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

ΑΓΙΟΣ ἐτυμολογία

  

Ἡ λέξη «Ἅγιος» στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ σημαίνει τὸν ἀφοσιωμένο, τὸν καθιερωμένο στοὺς θεοὺς καὶ ἀργότερα καὶ τὸν εὐσεβή, τὸν ἁγνό, τὸν τιμοῦμενο.

Ἡ λέξη ἐτυμολογεῖται ἀπὸ τὸ ῥήμα (ἅζω)/ἅζομαι = α') φοβᾶμαι β') σέβομαι γ) τιμῶ

Τὸ ἴδιο τὸ «ἅζομαι» < ἁγ-jομαι 

ἀπὸ τὸ ἴδιο ἐτυμολογικὸ θέμα ἔχει προέλθει καὶ ἡ λέξη «ἁγνός» ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν ἡ λέξη ποὺ χρησιμοποιεῖτο στὴν ἀττικὴ διάλεκτο ἀντὶ τῆς λέξεως «ἅγιος», ποὺ δὲν εἶχε εἰσαχθῆ στὴν γλῶσσα τους ἀκόμα. 

Τὸ «ἅγος» ποὺ χρησιμοποεῖτο, ὅμως, σήμαινε : α') ἀντικείμενο θρησκευτικῆς εὐλάβειας β) ἀντικείμενο ἐξαγνισμοῦ

Τὸ ἰδιαίτερο καὶ ὄμορφο ποὺ συνέβη στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ εἶναι ὅτι ἀναπτύχθηκαν δύο θέματα ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ θέμα «ἁγ-» στὴν ἰωνικὴ διάλεκτο· τὸ πρῶτο θέμα δασυνόμενο καὶ σιγά-σιγά καὶ ἕνα ψιλούμενο «ἀγ-». Τὸ δασυνόμενο ἦταν καλῆς σημασίας ἐνῷ τὸ ψιλούμενο κακῆς.

Ἔτσι: 

ἅγιος, ἅγος, ἅζομαι, ἁγνός

ἐνῷ :  

ἄγιος = μιαρός, (τὸ) ἄγος =ἀνίερο/ἡ κατάρα, ἐν-ἀγής (ὁ σὲ ἄγος) = ὁ καταραμένος


Προσοχή! Ὑπάρχει ἡ λέξη «ὁ ἀγός» ποὺ σημαίνει  «ὁ ἀρχηγός, ὁ ἠγέτης» καὶ δὲν συνδέεται μὲ αὐτὴ· τὸ θέμα «ἁγ-» προέρχεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ ἄγω=ὁδηγῶ

Παρετυμολογικά, λόγῳ τῆς θρησκείας, πολλοὶ τὰ συνέδεσαν, ὥστε νὰ θεωροῦν «ἅγιο» αὐτῶν ποὺ ὁδηγεῖ












Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

ΓΡΑΦΗ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ & Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΛΑΤΙΝΙΚΟΥ ΑΠΟ ΑΥΤΟ

     Σὲ συνάρτηση πρὸς τὸ ἄρθρο γιὰ τὴν πορεία τῆς ἑλληνικῆς ἀλφαβήτου, αὐτὸ τὸ ἄρθρο ἔκρινα ὅτι θὰ ἦταν ἐνδιαφέρον ἐπίσης καὶ ἀναγκαῖο, γιὰ νὰ συμπληρώσει τὴν πορεία τῆς ἀλφαβήτου ὡς πρὸς τὴν γραφή. Ἔτσι παρατίθενται σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο τὰ 24 βασικὰ ἑλληνικὰ γράμματα  καὶ ἡ γραφή τους ἀνα τοὺς αἰῶνες ὡς καὶ τὴν καθιέρωσή τους στὸ κλασικὸ ἑλληνικὸ σύστημα καὶ στὸ λατινικὸ. 

        Τὸ λατινικὸ ἀλφάβητο πρέπει νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ χαλκιδικὸ ἀλφάβητο, τὸ ὁποῖο καὶ συνέστησαν οἱ ἄποικοι τῆς Κύμης στὶς νέες πόλεις ποὺ ἵδρυσαν στὴν Μεγάλη Ἑλλάδα.

        Ἡ γραφὴ τοῦ ἀλφαβήτου διέφερε ἀπὸ περιοχὴ σὲ περιοχὴ ἀνὰ τὴν περιοχὴ τῆς Ἑλλάδας καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καθιερώθηκε τὸ ἀττικὸ ἀλφάβητο μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Εὐκλιδείου ἀλφαβήτου καὶ τὶς νέες ἀλλαγὲς ποὺ ἔφερε στὸ σύστημα γραφῆς μὲ τὴν δημιουργία τῶν δύο Ο (ὀνομαζόμενα πλέον ὄ μικρὸν καὶ ὧ μέγαν) ἀλλὰ καὶ τὴν τροπὴ τοῦ Η ἀπὸ καταγραφὴ τῆς δασείας στὸ μακρὸ Ε, καὶ τρέποντας τὸ βραχὺ Ε σὲ (Ε ψιλόν).

(Oἱ εἰκόνες ποὺ ἀκολουθοῦν εἶναι ἀπὸ τὸ 
ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ τοῦ Ἰωαν. Σταματάκου)


ΑΛΦΑ


 ΒΗΤΑ
 Νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὰ ἀρχαῖα ἦταν μία προφορὰ ἐνδιάμεση στὸ σημερινὸ "β" καὶ "μπ"

 ΓΑΜΜΑ


ΔΕΛΤΑ



Ε (ΨΙΛΟΝ)



 ΖΗΤΑ

Ἡ σημερινὴ γραφὴ προῆλθε πολὺ ἀργότερα μὲ τὴν μετατροπὴ τῆς καθέτου σὲ πλαγιοκάθετο, ὡς ἀνάγκη μεγαλύτερης διαφορᾶς πρὸς τὸ  Ἰῶτα γιὰ τοὺς ἀκόμα περισσότερους χρῆστες τῆς πλέον "παγκοσμίου" γλώσσας, ποὺ εἶχε γίνει ἡ ἑλληνική. 


ΗΤΑ
 Στοιχεία περεταίρω γιὰ τὴν τροπὴ ἀπὸ ἀναγραφὴ τῆς δασείας σὲ φωνῆεν στὸ ἄρθρο αὐτό.
Ἡ προφορὰ τῆς δασείας εἶναι ἀντίστοιχη σχεδὸν τοῦ ἀγγλικοῦ H ὅταν λέμε "house" δὲν εἶναι καθαρὸ Χ ὅπως λέμε σήμερα, εἶναι πιὸ ἀνάλαφρο στὴν προφορά. 


ΘΗΤΑ
Τὸ δασυνόμενο Τ (καὶ γιὰ αὐτὸ καὶ TH σὲ ἄλλες γλῶσσες γιὰ αὐτὸν τὸν φθόγγο)


 ΙΩΤΑ



ΚΑΠΠΑ
 
Κάππα ἄν καὶ ὑπῆρξε χαλκιδικὸ ἐν τοῦτοις δὲν χρησιμοποιήθηκε στὸ λατινικὸ ἀλφάβητο παρὰ πολὺ ἀργότερα μιᾶς καὶ τὸ C κάλυπτε τὴν ἀνάγκη αὐτή.   


ΛΑΜΔΑ


 ΜΥ


 ΝΥ


 ΞΙ

Ὅπως μπορεῖτε νὰ δεῖτε γιὰ τὰ διπλά σύμφωνα (Ξ & Ψ) χρησιμοποιήθηκε καὶ ἡ διπλὴ γραφὴ σύμφωνα μὲ τὴν προφορὰ ἔτσι γιὰ ἕνα διάστημα τὸ Ξ γραφόταν ὡς ΧΣ 
(ὅπου Χ ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶναι τὸ Κ μὲ δασυνόμενη προφορά)
Στὴν λατινικὴ διατηρήθηκε ὡς ΚΖ στὴν προφορὰ μιᾶς καὶ τὸ ἑλληνικὸ Σίγμα πολλὲς περιστάσεις ἀνάλογα τοῦ φθογγικοῦ περιβάλλοντος γινόταν" ζ" ἡ "σ" στὴν προφορὰ (ὅπως γίνεται π.χ. καὶ στὰ ἀγγλικὰ )

 Ο  (ΜΙΚΡΟΝ)


 ΠΙ
ἀπὸ ἄποψη γραφῆς ἀπὸ καὶ τὸ χαλκιδικό Ρ δὲν διαφέρει τόσο ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχο Π καθὼς ὅπως φαίνεται εἶναι ἕνα κλείσιμο τῆς μικρῆς ἀναγραφόμενης γραμμῆς τῆς μίας πλευρᾶς του, 
μιᾶς καὶ ἀργότερα ἔγινε πιὸ ἰσομετρικό διατηρῶντας τὸ ἴσον καὶ τῶν δύο πλευρῶν.


 ΡΩ
Ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦσαν τὸ Ρ γιὰ τὴν ἀναγραφὴ τοῦ πὶ ἐσχημάτισαν 
μία πιὸ μικρὴ γραμμὴ γιὰ νὰ διαφοροποιήσουν τὰ δύο γράμματα.

 ΣΙΓΜΑ


ΤΑΥ
 


 Υ  ΨΙΛΟΝ

Τὸ γρᾶμμα αὐτὸ στὸ φοινικὸ ἀλφάβητο εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ ἑλληνικοῦ F , προφορὰ δηλαδὴ κοντὰ στὸ Β καὶ τὸ ΟΥ, τὸ λεγόμενο "Βαῦ". Στὰ ἑλληνικὰ ἦρθε νὰ ἀναπαραστήσει τὴν λεπτὴ προφορὰ τοῦ ἑνὸς ἑλληνικοῦ "ου" ποὺ μπορεῖται νὰ βρεῖτε π.χ. στὰ γερμανικὰ ὡς  ü . Ἐξ οὗ καὶ ψιλόν. Ἕνα ψιλὸ προφερόμενο στὸ στόμα "ου"
π.χ. σὲ περιοχὲς μπορεῖτε νὰ βρεῖτε νὰ γράφουν ΤΟΥΧΗ ἀντὶ ΤΥΧΗ λόγῳ πιὸ βαρειᾶς προφορᾶς.
Αὐτὸ τὸ γρᾶμμα στὴν λατινικὴ μὲ τὴν γραφὴ U ἀναπαρήστησε τὸ σχεδὸν ὄμοιο πρὸς τοῦ ἑλληνικοῦ θέματος F κι ἔτσι βρισκόταν στὴν θέση τῆς προφορᾶς τοῦ "OY"  καὶ τοῦ "B" γιὰ αὐτὸ καὶ ἀργότερα διασπάστηκε σὲ δύο γράμματα U καὶ V ἀντίστοιχα, ἐνῷ ἐξ ἀρχῆς στὰ λατινικὰ εἶχαν τὸ Y ὑπὸ τὸ ὄνομα y graecum (καὶ στὰ γαλλικὰ ἀκόμα τὸ λέν y greque) γιὰ λέξεις μόνον ἑλληνικὲς στὶς ὁποῖες τὸ ἔγραφαν, γιὰ νὰ ἀποδώσουν τὴν ἑλληνικὴ ἰδιαιτερότητα τῆς προφορᾶς τοῦ "ου"

 ΦΙ
Τὸ δαυνομένο Π γράφτηκε Φ ἀμέσως στὴν πορεία τῆς γλώσσας, 
διατηρήθηκε ὡς δύο γράμματα ΠΗ (πὶ καὶ δασεία δηλαδή) στὶς ἰταλικὲς περιοχὲς τῆς Ἑλλάδας (Μεγάλη Ἑλλάδα) ὡς PH καὶ διατηρεῖται ὠς σήμερα ἔτσι πρὸς ἀντιδιαστολὴ πρὸς τὸ F (ἑλληνικὸ δίγαμμα ποὺ μεταφέρθηκε κι αὐτό) ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχουν σχεδὸν ἴδια προφορὰ ἀλλὰ ἡ λεπτὴ διαφορὰ ἐπειδὴ ὑπῆρχε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα διατηρήθηκε στὴν καταγραφὴ τῶν ἑλληνικῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων στὰ λατινικά. Ἔτσι, ἐνῷ ὑπῆρχε τὸ facio (φάκιο) ἔγραφαν Phaethon γιὰ τὴν ἰδιαιτερόητα τοῦ ἑλληνικοῦ φθόγγου "φ" . Μικρὸ τρικ εἶναι ὅτι ὅπου βλέπεται ph σὲ λατινογενεῖς γλῶσσες κατὰ 99% εἶναι λέξη δανεισμένη ἀπὸ τὰ ἑλληνικά.

ΧΙ

Τὸ Χ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ Κ δασυνόμενο καὶ γιὰ αὐτὸ θὰ δεῖτε σὲ μεταγραφὲς ξένων λέξεων στὴν λατινικὴ καὶ σὲ γλῶσσες ποὺ αὐτὴ γέννησε νὰ γράφονται  CHAOS ἀπὸ τὸ XAOΣ, δίνοντας τὸ ἰδιαίτερον τῶν δασέων φθόγγων τῆς ἑλληνικῆς.


ΨΙ
Ὅπως καὶ τὸ Ξὶ ἔτσι καὶ τὸ Ψὶ γραφόταν σὲ πολλὲς περιοχὲς διπλό ὡς ΦΣ 
(ὅπου Φὶ τὸ δασυνόμενο Π)


 Ω  (ΜΕΓΑ)
Ἕνα γράμμα ποὺ δημιουργήθηκε μὲ τὸ Εὐκλίδειο ἀλφάβητο, ὅπου καὶ διαφοροποιήθηκε ἡ γραφὴ τοῦ Ο βραχέος καὶ μακροῦ στὲ ὄ μικρὸν καὶ ὦ μεγα ἀντίστοιχα

Μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Ω στὸ ἑλληνικὸ σύστημα γραφῆς ἀναδύθηκαν καὶ οἱ διαφοροποιήσεις στὶς προφορὲς ἀνὰ τὶς ἑλληνικὲς περιοχές, ἔτσι ὑπῆρξαν γραφὲς «τρῶμα» & «θῶμα» ἀντὶ «τραῦμα» & «θαῦμα» ἢ «ὤριστος» & «ὤνθρωπος» ἀντὶ  «ἄριστος»«ἄνθρωπος» ἢ πάλι «Μῶσα» ἀντὶ «Μοῦσα» 



ΛΑΤΙΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ


Ἄν καὶ κατεγράφησαν κάποιες πληροφορίες κάτω ἀπὸ κάποια γράμματα, ἐδὼ θὰ καταγραφοῦν λίγες περισσότερες λεπτομέρειες. 
Τὸ πρῶτο λατινικὸ ἀλφάβητο ἦταν αὐτό περίπου τὸ χαλκιδικὸ
( μὲ σύγχρονα γράμματα βέβαια, μιᾶς καὶ τὸ σύστημα ἐδὼ δὲν παρέχει τὶς ἀνάλογες γραμματοσειρες)

ἰταλιώτικο ἀλφάβητο:
A B C D E V Z H Θ Ι Κ L M N Ξ Ο P Q R S T Υ Χ Φ Ψ F

Στὴν πορεία, ὅμως, μιᾶς καὶ ἡ ἐτρουσκικὴ γλῶσσα δὲν εἶχε προφορὲς ἴδιες μὲ τὴν ἑλληνικὴ ἄρχισε νὰ ἀναιρεῖ γράμματα κι ἔτσι 

A B C D E F Z H I K L M N O P Q R S T V X

Βάζοντας ἔτσι τὸ δίγαμμα νὰ ἀναπαριστᾶ τὸ "Φ" πλέον στὴν προφορὰ καὶ τὸ V νὰ ἔχει τὴν προφορὰ τοῦ "Y" τοῦ ἑλληνικοῦ τοῦ "ου" καὶ τοῦ ἐνδιάμεσου "β"

Ἀργότερα, ὅμως, τὸ C ἀπὸ γάμμα (προφορὰ σχεδον "γκ") πῆρε τὴν προφορὰ τοῦ Κ
δημιουργῶντας το C μὲ ἀγκύλη G ποὺ πῆρε τὴν προφορὰ "γκ" ἀλλὰ καὶ τοῦ "τζ", ἀνάλογα τοῦ περιβάλλοντος, διώχνοντας τὴν ἀνάγκη καὶ τοῦ Ζήτα τὸ ὁποῖο στὶς λεπτὲς προφορὲς
εἶχε τὴν θέση του τὸ S

Ἑνῶ καὶ τὰ ἑλληνικὰ Θ,  Φ  στὴν προφορὰ δὲν ὑπῆρχαν καὶ καταργήθηκαν ἐπίσης. 

Τὸ Ξ ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὸ X τὸ ὁποῖο πλέον ἐπίσης στὸ φωνητικὸ σύστημά τους δὲν ὑπῆρχε, ἀλλὰ ἔγινε ξι στὴν προφορὰ λόγῳ τοῦ διπλογράμματος ΧΣ ποὺ χρησμιοποιοῦσαν οἱ χαλκιδεῖς πρότινος γιὰ Ξ, τὸ ὁποῖο κι ἀναλόγως περιβάλλοντος γινόταν "κσ" ἢ "κζ" ἐπίσης.

Το Κ ὡς γρᾶμμα διατηρήθηκε ἀλλὰ ἦταν σπανιότατο καὶ γιὰ αὐτὸ πολλὲς φορὲς δὲν γραφόταν κἄν.

Ἀργότερα, ὅμως, κατὰ τὸν 1° ἀιώνα π. Χ.  λόγῳ τῶν πολλῶν ἑλληνικῶν λέξεων καὶ ὀνομάτων μετὰ τὴν κατάκτηση τῆς Ἑλλάδας,  "ἀναγκάστηκαν" νὰ προσθέσουν τὸ Z (ποὺ πρόσφατα στὴν ἱστορία τους εἶχαν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὸ ἀλφάβητο) ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπὸ καιρὸ Υ γιὰ νὰ γράψουν ἑλληνικὲς λέξεις.
Ἔτσι ἔγινε τὸ y graecum (υ ἑλληνικό). Ἀλλὰ τὰ ἔβαλαν στὸ τέλος τῆς ἀλφαβήτου τους ὡς τὰ λιγότερο σὲ χρήση.

Τὰ νεώτερα γράμματα ποὺ εἰσήχθησαν ἦταν τὸ W (διπλό V) γιὰ νὰ ἀναπαριστὰ λέξεις τῶν γερμανικῶν περιοχῶν κατὰ τὸν μεσαίωνα.  Τότε ἦταν ποὺ καὶ τὰ Ι καὶ U διαχωρίστηκαν πλήρως καὶ θεωρήθηκα ἐξ ὀλοκλήρου φωνήεντα, ἐνῷ δημιούργησαν τὸ J γιὰ νὰ ἀναπαρηστοῦν τὸ ἠμίφωνο ἰώτα γιὰ πρώτη φορὰ διαφορετικά. ( στὰ ἑλληνικὰ συνεχίζει καὶ εἶναι ἀκόμα μὲ τὸ Ι γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ ἰατρὸς γίνεται γιατρός π.χ.)






Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2015

Γοργόνα (ετυμολογία)


Γοργόνες ἦταν οἱ τρεῖς μυθικὲς ἀδελφές Σθενῶ, Μέδουσα, Εὐρυάλη στὴν μυθικὴ ἐκδοχὴ ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸν Ἡσίοδο.  Πλάσματα φριχτά, μὲ φίδια ἀντὶ μαλλιῶν καὶ ἕνα βλέμμα ἱκανὸ νὰ κάνει πέτρα ὅποιον τολμοῦσε νὰ τὸ ἀντικρύσει. 
Ἀνὰ περιοχὲς τὴν Γοργῶ συσχέτιζαν μὲ ἀέρινο/χθόνιο ἤ και  θαλάσσιο ὄν καὶ γιὰ αὐτὸ κάποια στιγμὴ μεταφέρθηκε ἡ ἔννοια σὲ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε σήμερα, λέγονας «γοργόνα»



ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: 

Ἡ Γοργώ, (τῆς Γοργόος/Γοργοῦς, ἀργότερα «Γοργόνος» λόγῳ προσομοίωσης τῆς κλίσης) <γοργός (φριχτός, τρομερός |  ἄγριος )  

«Γοργὸς» στὰ ἄλογα συχνὰ σήμαινε αὐτὸ ποὺ λέμε «θερμόαιμο», «ἀτίθασο» καὶ ἔτσι ἐπὶ ἑλληνιστικῶν χρόνων πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ «ζωηρός» παίρνοντας μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει σήμερα «ζωηρός και σβέλτος»

*Ἡ λέξη γρήγορος δὲν σχετίζεται ἐτυμολογικά μὲ αὐτήν.






ΜΕΔΟΥΣΑ ἐτυμολογία



Η ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ
   
  Ἡ λέξη σημαίνει αὐτὴ ποὺ φυλάσσει, προσέχει. Πρόκειται γιὰ μετοχὴ τοῦ ῥήματος «μέδω» (= «βασιλεύω», «προστατεύω», ἀργότερα «προσέχω», «προνοῶ») οἱ μετοχὲς «μεδέων/μέδουσα» οὐσιαστικοποιήθηκαν, σημαίνοντας τὸν/τὴν φύλακα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προέκυψε καὶ τὸ ὄνομα τῆς Μέδουσας.  
Ἴδιας ῥίζας καὶ ἡ «Μήτις» (=φρόνησις, σύνεσις), ἀλλὰ καί τὸ «μέτρο» (=σχέδιο)

Ἐπρόκειτο δὲ γιὰ ὄψη ποὺ χρησιμοποιεῖτο σὲ φυλαχτά ἤ ἐξ ἀρχῆς, προκαλῶντας τροφὴ γιὰ τὴν μυθολογία εἴτε βάσει τοῦ μυθολογικοῦ στοιχείου ποὺ τὴν καθιστᾶ προστάτιδα ἐμμέσως τῆς Ἀθηνᾶς (βλ. παρακάτω)


Ο ΜΥΘΟΣ:


  1.    Ὁ Ἡσίοδος μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἡ Μέδουσα ἦταν μία ἀπὸ τῆς Γοργόνες· αὐτὴ καὶ οἱ ἀδελές της ζοῦσαν στὶς ἐσχατιές τῆς Δύσης, στὴν χώρα τῶν Ἑσπερίδων, πέρα ἀπὸ τὸν Ἀτλαντικό. Οἱ ἄλλες δύο ἦταν ἡ Σθενῶ καὶ ἡ Εὐρυάλη καὶ ἦταν κόρες τοῦ Φόρκυ καὶ τῆς Κητοῦς. Ἦταν ἡ πιὸ φριχτὴ ἀπὸ τὶς ἀδερφές της  στὴν ὄψη και ἦταν θνητὴ σὲ ἀντίθεση μὲ ἐκεῖνες καὶ γιὰ αὐτὸ κατέφερε νὰ τὴν σκοτώσει ὁ Περσέας.
  2.   Κατὰ τὸν Ὀβίδιο πάλι ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ κοπέλα πανέμορφη ποὺ κυνηγοῦσε ὁ Ποσειδώνας θαμπωμένος ἀπὸ τὴν ὀμορφιά της, ἔτρεξε ἐκείνη καὶ κλείστηκε στὸν ναὸ τῆς Ἀθηνᾶς, ὅμως, ἐκεῖνος τὴν βίασε. Ἐξοργισμένη ἡ Ἀθηνᾶ καὶ μὴν μπορῶντας νὰ τὰ βάλει μὲ τὸν Ποσειδώνα, ἔρριξε τὸν θυμό της στὴν κοπέλα κάνοντας τὰ μαλλιά της φίδια καὶ καταριῶντας την ἔτσι, ὥστε κανεὶς νὰ μὴν μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ κατάματα χωρὶς νὰ γίνει πέτρα. 
Καί στὶς δύο ἐκδοχὲς ὁ Περσέας τὴν σκότωσε καὶ παρέδωσε τὸ κεφάλι της στὴν Ἀθηνᾶ, ἡ ὁποία τὸ ἔβαλε στὴν ἀσπίδα της σὰν προστασία, μετατρέποντας κάθε ἐχθρὸ σὲ πέτρα, μιᾶς καὶ εἶχαν διατηρηθεῖ οἱ δυνάμεις της. Ὅταν σκοτώθηκε, ἀπὸ μέσα της πετάχτηκε ὁ Πήγασος καὶ ὁ γίγας Χρυσαώρας, παιδιὰ τοῦ Ποσειδώνα.













"Μᾶς ἔπρηξαν τὰ μέζεα"

Εἶχε ἀκουστεῖ πρόσφατα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν κο Ζουράρι. 

Ἡ λέξη εἶναι ἀρχαῖα καὶ σημαίνει τὰ ἀνδρικὰ γεννητικὰ ὄργανα.

Προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ῥῆμα "μαδάω" (=εἶμαι ὑγρός, νοτερός)

[γιὰ μαλλιά σημαίνει ὅτι πεφτουν καὶ στὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ 

ἀργότερα]

  1. "μήδεο" στὸν ἐνικὸ =οὐροδόχος κύστη
  1. "μήδεα"καὶ στὸν = τὰ γεννητικὰ ὄργανα τοῦ ἀνδρὸς  
(διαφοροποιῶντας ἐννοιολογικὰ ἑνικὸ καὶ πληθυντικό, καθὼς δανείζονταν τὸ "αἰδοῖο" γιὰ τὸ ἑνικὸ τοῦ ἀνδρικοῦ μορίου, δηλαδη, τὸ ὁποῖο δὲν σήμαινε μόνο τὸ γυναικεῖο, ἀλλὰ καί τὸ ἀνδρικὸ μόριο (< αἰδῶ= ντροπὴ γιὰ αὐτά.) ἢ τὴν λέξη πέος 



Ἡ λέξη "μέζεα" στὸν Ἠσύχιο ἀπαντᾶται πρώτη φορά, ὡς 

δωρικὴ προφορά τῆς λέξης- τὸ "ζ" εἶναι "σδ/δς" στὴν ἀρχαία 

προφορά.]


Προσοχή, ὅμως, καθὼς ὑπάρχει καὶ τὸ "μήδεο" ποὺ σχετίζεται μὲ 

τὸ "μέδω" (=φυλάττω, προσέχω, προνοῶ)