Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΜΠΟΥΓΑΤΣΑΣ



Ἐπειδὴ πολλοὶ θεωροῦν τά «μπουγάτσα μὲ τυρί, μπουγάτσα μὲ σπανάκι κ.λπ.» ὑπερβολικά καὶ κάνουν ἀστεῖα, πρέπει νὰ ξέρουν τί σημαίνει πραγμταικά «μπουγάτσα». 

 

ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ/μπογάτσα[= πίττα μὲ γέμιση κρέμας πασπαλισμένη μὲ ἄχνη ἢ μὲ τυρί (γλυκιά) (ἁλμυρή).] 


μπουγάτσα<μπογάτσα< μεσν. πογάτσα < τουρκ. bogaça<ἰταλ. focaccia< μετγν. λατ. (panis) focacius [=φουρνισμένο ἀρτοσκεύασμα] < focus= ἑστία, φωτιά


Στὸ τεφτέρι...


ΤΕΦΤΕΡΙ (τὸ) [τοῦ τεφτεριοῦ]


ἐτυμολογία:

τεφτέρι/δεφτέρι< τουρκ. defter< μσν. διφθέριον <ἀρχ. διφθέρα


ποὺ σήμαινε στὰ ἀρχαῖα: 

α´) τὸ κατεργασμένο δέρμα
β´) τὸ κατεργασμένο δέρμα, ποὺ ἔχει ἐπιφάνει κατάλληλη γιὰ γραφὴ ἐπ᾿ αὐτῆς.


[διφθέρα<*διψ-τερα<δέφω=τρίβω, μαλακώνω, κατεργάζομαι]

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΓΓΑΡΕΙΑ...

ἀγγαρεία < ἀγγαρεύω < ἄγγαρος < περσικὴ λέξη ποὺ σήμαινε «ἔφιππος ταχυδρόμος» < agru «μισθοφόρος»


Ἡ σημασία «ἐπιβάλλω καταναγκαστικὴ ἐργασία» προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄγγαροι εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτοῦν τέτοια ἐργασία, γιὰ νὰ ἔλθουν εἰς πέρας τὰ βασικλικὰ παραγγέλματα. 

Ἡ ἀγγαρεία μὲ τὴν σημερινὴ ἔννοια θεσμοθετήθηκε στὴν Αἴγυπτο, τὴν Ρώμη καὶ τὸ Βυζάντιο.

«ΑΓΓΙΧΤΟΣ» ἢ «ΑΝΕΓΓΙΧΤΟΣ» ; (ΑΓΓΙΖΩ)

Πρῶτα, πρέπει νὰ ἀναλυθεῖ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης «ἀγγίζω»

ἀγγίζω < ἀρχ. ἐγγίζω

Τὸ ἀ προέκυψε μᾶλλον ἀπὸ συνέκφορὰ τοῦ ῥήματος μὲ τὰ μόρια νά/θά:
νὰ ἐγγίζω > νὰ ῾γγίζω > ν᾿ ἀγγίζω > ἀγγίζω

Τυπικά, ἡ λέξη παράγει τὸ ἀρνητικὸ ἐπίθετο «ἀνέγγιχτος» ἐννοῶντας τὸν ἀνέπαφο, αὐτὸν ποὺ ἔχει μείνει ἐξ ὁλοκλήρου ἀκέραιος, ὁ ἀθικτος, ὁ ἀπείραχτος. (ἔτσι ἀποκαλοῦνταν καὶ οἱ παρθένοι)

Ὅμως, ἀπὸ τὴν μεσαιωνικὴ περίοδο ἡ λέξη «ἀγγιχτὸς» ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ, ἐννοῶντας αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγγιχτεῖ, ὑπέστη ἀναβιβασμὸ τοῦ τόνου, δίνοντας τὴν αἴσθηση ὅτι εἶχε στερητικὸ «ἀ-», παίρνοντας ἔτσι τὴν ἔννοια «ἄθικτος»
Ἔτσι, χρησιμοποιεῖται ὡς σήμερα ἡ λέξη «ἄγγιχτος» (καὶ ἀντὶ τοῦ «ἀνέγγιχτος») ἐννοῶντας:
α´) τὸν ἄθικτο
β´) (στὴν καλαθοσφαίριση) τὸ καλάθι, ὅταν ἡ μπάλα περνάει τὴν στεφάνη χωρὶς νὰ τὴν ἀγγίξῃ.
γ´) τὸν ἀχρησιμοποίητο

«ΕΛΛΙΠΗΣ» ἢ «ΕΛΛΕΙΠΗΣ»

Κανονικῶς ὁρθογραφεῖται ὡς «ἐλλιπής» μὲ «-ι-», καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «ἐλ-λείπ-ω», «ἐν-έ-λιπ-ον» (λιπ-), ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχονται καὶ ἄλλες λέξεις, ὅπως : λιπόθυμος, λιποτάκτης κ.ἀ. [καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα «λειπ-», ἀπὸ ὅπου: ἔκλειψη, παράλειψη κ.ἀ.]


Ὅμως, τὸ ἐπίθετο «ἐλλειπτικός» (αὐτὸς ποὺ ἔχει ἔλλειψη) γράφεται μὲ «-ει-», σχηματιζόμενο ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἐνεστώτα. (μιᾶς καὶ σηματοδοτεῖ διάρκεια. Ἐλλειπτικός, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἔλλειψη συνεχῶς.)


Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ μὲ ἄλλες λέξεις ποὺ προέρχονται ἄλλες ἀπὸ τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα κι ἄλλες ἀπὸ τὸ ἀοριστικὸ ὅπως: 
πείθω (πειστικός ἀλλὰ πιθανός),
μειγνύω (μείξη ἀλλὰ μιγᾶς)


Καὶ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὅτι τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα προσδίδει τῆN παροντικὴ ἰδιότητα καὶ τὴν διάρκεια καὶ τὴν ἀνανεώμενη ἰδιότητα, ἐνῷ ὁ ἀόριστος ἀφορᾶ στὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ στὴν στιγμιαία ἰδιότητα ἤ στὴν ἰδιότητα ποὺ ἐλήφθη μία φορὰ)

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

«ΣΟΡΟΣ» ἢ «ΣΩΡΟΣ»

Δύο ὁμόηχες λέξεις ποὺ συχνὰ μπερδεύουν ὡς πρὸς τὴν ὀρθογραφία τους.


ΣΟΡΟΣ (ἡ)  [<ἀρχ. ἡ σορὸς = φέρετρο] : τὸ πτῶμα


ΣΩΡΟΣ (ὁ) [<ἀρχ. σωρός]: 
α´) μεγάλος ἀριθμὸς ἀντικειμένων ποὺ εἶναι τοποθετημένα τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο ἀνάστατα.
β´)  μεγάλος ἀριθμός, μεγάλη ποσότητα. (στὴν ἔκφραση π.χ.: ἕναν σωρὸ πράματα)


σωριάζω/σωριάζομαι (<σωρός)


σωριάζω: τοποθετῶ ἀκατάστατα πράματα, ὥστε νὰ σχηματιστῇ σωρός.
σωριάζομαι: α´) (μεσοπαθητικό) καταρρέω, πέφτω δίχως νὰ ἔχω τὸν ἔλεγχο. 
                     β´)  γιὰ ἀντικείμενο ποὺ γκρεμίζεται σὲ σωρό.


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Συχνὸ λάθος: ΕΞ ΑΠΑΝΕΚΑΘΕΝ ; (!!!!!)

Συχνότατο λάθος στὴν καθημερινὴ ὁμιλία ἡ χρήση τῆς λέξης «ἀνέκαθεν».


ἀνέκαθεν < ἀνά + ἐπιρ. ἑκάς (=μακριά) + -θεν


Τὸ ἐπίθημα -θεν προέρχεται ἀπὸ παλαιὰ πτώση τῆς ἑλληνικῆς, τὴν ἀφαιρετική, δηλώνοντας τὴν προέλευση, τὴν κίνηση, τὴν  ἀπομάκρυνση, μά, ἐξέπεσε, γινομένη σὲ λειτουργικὸ ἐπίθημα τῆς προέλευσης, δίδοντας πολλὲς λέξεις ποὺ λειτουργοῦν σήμερα ὡς ἐπιρρήματα.
π.χ. ἄνωθεν =  ἀπὸ ψηλά, ἔμπροσθεν= ἀπὸ μπροστά κ.ἀ.


Λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι τὸ -θεν δηλώνει προέλευση, ἡ χρήση λέξεων μὲ αὐτὸ, ὅπως καὶ τοῦ συχνότατου «ἀνέκαθεν»,  μὲ προθέσεις προέλευσης ὅπως ἐκ/ἐξἀπὸ εἶναι, βέβαια, περιττή καὶ πλεοναστική. 


Πόσο μᾶλλον στὸ ἐξωφρενικὸ «ἐξ ἀπανέκαθεν» (τριπλή χρήση προέλευσης!!!)


Ὁ μόνος λόγος ποὺ πέφτουν σὲ αὐτὸ τὸ λάθος οἱ πέρισσότεροι εἶναι ἡ ἄγνοια τῶν ἰδιοτήτων τῆς γλώσσας.



Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Ἐτυμολογία τῆς ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

ἐτυμολογία εἶναι ἕνας κλάδος τῆς γλωσσολογίας ποὺ ἀναζητᾶ καὶ μελετᾶ τὴν ἀρχικὴ μορφὴ καὶ σημασία κάθε λέξης, καθὼς καὶ τὴν συγγένειά της κάθε λέξης μὲ λέξεις ἄλλων γλωσσῶν ἀλλὰ καὶ μὲ λέξεις μέσα στὴν ἴδια γλῶσσα. Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο, ὁπότε καὶ δημιουργήθηκε ὁ ὅρος σήμαινε τὴν πρωταρχικὴ σημασία τῆς λέξης.

Ἐτυμολογία< ἐτυμολογῶ < ἔτυμος + λογῶ (<λόγος)

ἔτυμος/-ον [σπάνια σὲ θηλυκό] (ἀρχαῖο ἐπίθετο) = ἀληθινός, αὐθεντικός

πρόκειται γιὰ παραλλαγὴ τοῦ ἀρχ. ἐπιθέτου «ἐτεός, -ά, -όν»

καὶ οἱ δύο λέξεις ἔχουν ἴδιο θέμα. 
ἔτυμος < ἔτεF-μος
ἐτεός < ἐτεF-ός


-Τὸ «ἐτεός» ἴσως νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ῥῆμα «εἰμί».
-Τὸ οὐδέτερο «ἐτεόν» λειτουργεῖ καὶ ὡς ἐπίρρημα σημαίνοντας «ἀληθῶς, πράγματι, τῷ ὄντι»
-Ὑπῆρχε σὲ ἐρωτήσεις τύπου «ἐτεόν;» = «ἀλήθεια;» «ἔτσι;»
-Ἀπὸ τὸ «ἐτεός» προέρχεται καὶ τὸ «ἐξετάζω» (=ἀναζητῶ τὴν ἀλήθεια) [ἐξ+ ἐτάζω(<ἐτός+-αζω)]

«ΚΛΟΤΣΑΩ» ἠ «ΚΛΩΤΣΑΩ»

Ἄν καὶ συνηθίζεται ἡ ὀρθογραφία «κλωτσάω» ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται «κλοτσάω».

Προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «κλότσος».

κλότσος < ὑστερολατ. *colcio[μὲ μετάθεση τοῦ ὑγροῦ "λ"] <μεσν. λατ. calcio < λατ. calx (=φτέρνα) 

Γιὰ τὴν γραφὴ μὲ «ω» δὲν ὑπάρχει καμμία ἐτυμολογία.