Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

«Βρόμα» ἢ «Βρώμα» ;

Ποιὰ ἡ σωστὴ ὀρθογραφία;
Πρόκειται γιὰ δύο παρώνυμα:


‎(ἡ) βρόμα < μσν. βρόμα < άρχ. βρομῶ < ἀρχ. βρόμος <ἀρχ. βρέμω. Στὰ ἀρχαῖα δήλωναν θόρυβο, κρότο μὲ τὸν ἀέρα. Ὁμόρριζα τοῦ «βροντῶ».


(τὸ) βρῶμα (=φάγωμα) < βιβρώσκω (=τρώω)


 Ἡ ἐσφαλμένη ἐτυμολογία ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν λέξη «(τὸ) βρῶμα» (<βιβρώσκω) ποὺ προκάλεσε σύγχυση μὲ τὴν λέξη «(ἡ) βρόμα».καθὼς στὴν ἐκκλησιαστικὴ γραφὴ ὑπάρχει ἡ φράση «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία» ποὺ προκάλεσε μία σύγχυση μεταξὺ τῶν λέξεων ἀλλὰ καὶ στὴν ἔννοια.
Ἐπίσης τὸ ὅτι ὡρισμένοι κρότοι ἀκολουθοῦνται ἀπὸ δυσοσμία ενέτεινε κάπως τὴν ἔννοια τῆς λέξης «βρόμα» ὥστε νὰ σημαίνει «δύσοσμία» καὶ ἐν συνεχείᾳ «ἀκάθαρσία» ὅπως σήμερα.


Ἀκόμη, ἡ λέξη «βρόμη» (τὸ δημητριακό) παρετυμολογήθηκε ὡς «βρώμη» ἐπειδὴ ἀποτελεῖ τρόφιμο, ὅμως, ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ «βρέμω» λόγῳ τοῦ θορύβου ποὺ κάνουν τὰ συγκεκριμένα φυτὰ στὸν ἀέρα

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Ἑλληνογενής λέξη «TURBULENCE»

Ἡ λέξη «turbulence» εἶναι μία ἀκόμα ἀγγλικὴ λέξη μὲ ἑλληνικὴ ἀρχή.

turbulence < μεσν. γαλ. turbulent <λατ. turbulentus <λατ. turba <ἀρχ. ἑλ. τύρβη (=ἀναστάτωση, ἀταξία, θόρυβος, βαβούρα)

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

«ΚΑΘΙΣΑ» ἢ «ΚΑΘΗΣΑ»

Τὸ «κάθισα» πέραν τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «καθίζω» (κυρίως στὰ ἀρχαῖα ἐμφανίζεται), χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ἀόριστος τοῦ ῥήματος ἀποθετικοῦ «κάθομαι» συμπληρωματικά γιατί τὸ  «κάθομαι» προέρχεται ἀπὸ παρακείμενο ποὺ εἶχε σημασία ἐνεστώτα* καὶ κατέληξε ἀρχὴ νέου ῥήματος, ποὺ φυσικά ἤθελε συμπλήρωση ἀπὸ ἄλλο σχετικὸ ῥῆμα καὶ βρῆκε βάση στὸν ἀόριστο τοῦ «καθίζω» τοῦ ὁποίου ἡ 'ἀμετάβατη μορφὴ στάθηκε ἐπαρκής.


Τύπος «κάθησα» δὲν δικαιολογεῖται ἐτυμολογικά. Πρόκειται γιὰ σφάλμα συσχετισμοῦ μὲ ἀορίστους ἄλλων ῥημάτων μεσοπαθητικῆς φωνῆς. Ἐδὼ, ὅμως, εἶναι μία συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιομορφίας, καθὼς δὲν εἶναι ἐξελικτικὸς τύπος τοῦ ἴδιου ῥήματος, ἀλλὰ δάνειος τύπος ἀπὸ ἄλλο συναφές ῥῆμα.

«κάθισα», λοιπόν. 
κάθισα ἀόριστος τοῦ ἀρχ. καθίζω < κατὰ + ἵζω (ἵζω=βάζω κάποιον νὰ καθίσει, κάθομαι, λαμβάνω τὴν θέση μου)

Στὴν συνέχεια, βέβαια, πλάστηκε ὁ παρελθοντικὸς λαϊκὸς τύπος «ἔκατσα» ποὺ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ μεταβολὴ τοῦ «ἐκάθισα»
(έκάθισα> ἐκάθ'σα> *ἐκάτσα>  ἔκατσα)



*κάθομαι <ἀρχ. κάθημαι, παρακείμενος τοῦ καθέζομαι <κατὰ + 
ἕζομαι (ἕζομαι=καθίζω τὸν ἑαυτό μου)





Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

«ΣΤΗΛΗ» ἢ «ΣΤΥΛΟΙ»



Καί οἱ δύο λέξεις ἔχουν νὰ κάνουν μὲ λίθινα κατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα, ὅμως, εἶναι διαφορετικὰ καί ὡς πρὸς τὴν χρήση τους, ἀλλὰ καί στὸ σχῆμα τους.


Ἡ στήλη δηλώνει τὴν ὄρθια πλάκα ποὺ στήνεται ἀναθηματικὰ πάνω σὲ τάφους καὶ μνημεῖα, διακοσμικτικά, μὲ ἐπιγραφὲς ἢ καὶ παρασταστάσεις. [πληθ. στῆλες]




Ὁ στῦλος εἶναι ὁ κίονας, ἡ κολόνα, τὸ μέλος, δηλαδή, ἑνὸς κτηρίου. [πληθ. στῦλοι]


Συχνὸ λάθος γίνεται ὡς πρὸς τὸν γνωστὸ ἀρχαιολογικὸ χῶρο τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν ὅπου βρισκόταν ὁ ἀρχαῖος ναὸς τοῦ Διός. «Οἱ στύλοι τοῦ Ὀλυμπίου Διός» ποὺ συχνὰ σφάλλεται ὡς «Οἱ στῆλες τοῦ Ὀλυμπίου Διός.»



Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

«ΧΑΡΙΣ ΣΕ» ἢ «ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ»;

Πολὺ συχνὴ στὴν καθημερινότητα ἡ ἐσφαλμένη χρήση αὐτῶν τῶν δύο φράσεων.
Ὅμως, ὑπάρχει διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν φόρτιση τῶν δύο φράσεων.


Τὸ «χάρις σὲ»* εἶναι γιὰ θετικὰ γεγονότα ἐνῷ τὸ  «ἐξ αἰτίας» γιὰ ἀρνητικά. Εἰδάλλως ἡ λέξη «λόγῳ (+γενική)» μπορεῖ νὰ χρησιμοποιηθεῖ καὶ στὶς δύο περιπτώσεις.


π.χ. «Χάρις στὴν ἐξυπνάδα του μπόρεσε νὰ σωθεῖ»     (θετικό)
       «Ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου χάθηκαν πολλὲς ζωές.» (ἀρνητικό)


Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται καί σὲ ἄλλες γλῶσσες, ὅπως στὰ :


Γαλλικά:     grace à   (χάρις σὲ)
                à cause de (ἐξ αἰτίας)


Ἀγγλικά:  thanks to    (χάρις σὲ)
               because of   (ἐξ αἰτίας)




   
*Ἡ φράση «χάρις σὲ» προέρχεται ἀπὸ τὴν φράση:
«χάρις ὀφείλεται σὲ (κάποιον/κάτι ποὺ κάτι προσέφερε)» δηλαδή εἶναι σὲ ὀνομαστική. Ἔτσι, πολλὲς φορὲς χρησιμοποιεῖται καὶ ἡ μορφὴ τῆς κοινῆς νεοελληνικῆς «χάρη» ἀντὶ τῆς πιὸ λόγιας καὶ ἀρχαίας ὀνομαστικῆς «χάρις». Δηλαδή, «χάρη σὲ».


Ἐπίσης, ἡ λέξη «χάρις» χρησιμοποιεῖται στὴν αἰτιατικὴ «χάριν» συντασσόμενη μὲ γενική σὰν καταχρηστικὴ πρόθεση στὴν θέση τῶν «γιὰ», «ὑπέρ».
π.χ. «παραδείγματος χάριν» ἀντὶ «γιὰ παράδειγμα»
       «χάριν εὐφωνίας»  ἀντὶ «γιὰ εὐφωνία»
       «χάριν τῆς πατρίδος» ἀντὶ «ὑπὲρ τῆς πατρίδος»

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

«ΠΑΓΩΝΙ» ἢ «ΠΑΓΟΝΙ»


Παγώνι < μτγν. παγώνιον < ὑποκ. παώνιον < μεσν. πάων < λατ. pavo -οnis


Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ λέξη γιὰ τὸ παγώνι εἶναι «ταώς», ἡ ὁποία προέρχεται μᾶλλον ἀπὸ τὴν Ἰνδία μέσῳ τῆς γλώσσας τῶν Περσῶν, οἱ ὁποίοι καὶ ἔφεραν αὐτὸ τὸ πτηνὸ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. 

ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ καὶ ΜΕΤΕΓΓΡΑΦΗ

Συχνὰ μπερδευόμουν γιὰ τὸ ἂν ᾖναι τὸ ἴδιο αὐτὲς οἱ δύο λέξεις, μά, τελικά, ἀνακάλυψα πὼς ἔχουν μία διαφορά. 


Μεταγραφή: Ἀρχικῶς σήμαινε ἀλλαγὴ κώδικα, τὴν μεταφορὰ ἑνὸς κειμένου σὲ ἄλλο εἶδος γραφῆς. Σήμερα, σημαίνει τὴν γενικὴ ἀλλαγὴ καὶ μετάβαση σὲ κάτι ἄλλο.  Εἴτε αὐτὸ ἀφορᾶ γραφή, εἴτε νομικά ἔγγραφα, εἴτε μουσικὰ ἔργα,  εἴτε εἴδη τεχνολογίας (π.χ. ἀπὸ κασέτα σὲ ΨΠΔ), εἴτε -συνηθέστερα- μεταφορὰ ἀθλητῶν ἀπὸ μία ὁμάδα σὲ μία ἄλλη (συνεκδοχικὰ καὶ ὑπαλλήλων ἀπὸ ἐταιρεία σὲ ἐταιρεία.) 


[μεταγραφὴ < μεταγράφω < μετὰ + γράφω]


Μετεγγραφή: Εἶναι εἰδικὸς ὅρος ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἐγγραφὴ ἑνὸς σπουδαστή, μαθητή, φοιτητὴ ἀπὸ ἕνα ἐκπαιδευτικὸ ἵδρυμα σὲ ἕνα ἄλλο.


[μετεγγραφὴ < μετεγγράφομαι < μετὰ + ἐγγράφομαι (<ἐν + γράφομαι)]

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

ΕΚΤΑΣΗ ΣΥΝΘΕΤΩΝ

Στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικά σὲ σύνθετες ὅπου τὸ α´ συνθετικὸ ἔληγε σὲ φωνῆεν καὶ τὸ β´ συνθετικὸ ξεκινοῦσε μὲ φωνῆεν ἐμφανιζόταν ἡ ἔκταση. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι τὸ ληκτικὸ φωνῆεν τοῦ α´ συνθετικοῦ σιγοῦσε καὶ τὸ ἀρκτικὸ φωνῆεν τοῦ β´ συνθετικοῦ ἐκτεινόταν σὲ μακρὸ «η», «ω».


Ἔτσι ἔχουμε ὡς καὶ σήμερα τέτοιες λέξεις κυρίως μὲ β´ συνθετικό τα ἀκόλουθα: 


ὄνυμο(αἰολικός τύπος τῆς λέξης «ὄνομα»): ἐπ-ώνυμο, ἀντ-ωνυμία, παρ-ώνυμο κ.λπ.
ὀδύνη: ἐπ-ώδυνος, άν-ώδυνος...
ὄροφος: δι-ώροφος, ἡμι-ώροφος...
ὀφελος: ἐπ-ωφελές, κοιν-ωφελές...
ἀγείρω: παν-ηγύρι, ὁμ-ήγυρις...
ἀγορεύω: συν-ήγορος, κατ-ήγορος...
ἄγω: ἀρχ-ηγός..
ἄκούω: ἀν-ήκουστος, βαρ-ήκοοος...
ἄνεμος: προσ-ήνεμος...
ἐλαύνω: ξεν-ηλασία, ποδ-ήλατο...
ἔλεος: ἀν-ηλεής.


ἀρχ. τύπος ὀδ- (ὀσμή) : εὐ-ώδης...
ἀρχ. ὄλλυμι: ἐξ-ώλης, προ-ώλης...
ἀρχ. τύπος ἔλυθ- (ὀμόρριζο ἔλευσις) : προσ-ηλυτίζω
ἀρχ.ἐρέσσω: ὑπ-ηρέτης, τρι-ήρης
ἀρχ. ὀρύσσω : τυμβ- ωρύχος, δι-ώρυγα
ἀρχ. ὀμνύω: συν-ωμότης...

ΩΦΕΛΩ, ΟΦΕΙΛΩ...

Οἱ λέξεις συνδέονται ἐτυμολογικά.


Τὸ ἀρχαῖο ῥῆμα «ὀφέλλω» (=αὐξάνω) ἔδωσε τὴν λέξη «ὄφελος» (=πλεονέκτημα), ποὺ ἔδωσε τὰ συνθετικά: ἀνωφελής, ἐπωφελής (τὸ «ο» ἐτράπη σὲ «ω» λόγῳ συνθέσεως) προκύπτονας ἔτσι τά: ὠφελῶ, ὠφέλεια, διαχωρίζοντας τὴν ἔννοια τους ἀπὸ τὴν ῥίζα τους.
Ἄρα:


ὀφέλλω > ὄφελος > ἀπὸ ἐπίδραση λέξεων ὅπως : ἐπωφελής > πρόεκυψε «ὠφελῶ» (=παρέχω ὠφέλεια, κέρδος)




Ὑπάρχει καὶ ἡ φράση «ὡς μὴ ὤφελε» (=ποὺ δὲν ἔπρεπε). [ὤφελον: β´ ἀόριστος τοῦ ὀφέλλω]
Χρησιμοποιεῖται καὶ σὲ παρατατικὸ ἢ ἀόριστο α´.
«ὡς μὴ ὤφελλε», «ὡς μὴ ὤφειλε»



«ΞΩΚΚΛΗΣΙ» ἢ «ΞΩΚΛΗΣΙ»



Ἡ λέξη γράφεται μὲ δύο «κ» κανονικά, ὡς λέξη μὲ δεύτερο συνθετικὸ «ἐκκλησία».


ξωκκλήσι < ἐξωκκλήσιον < ἐξω + εκκλήσιο[<ἐκκλησία]  (τὸ «ε» ἐκκρούεται ἀπὸ τὸ «ω»)

«ΠΑΡΩΝΙΧΙΔΑ» ἢ «ΠΑΡΑΝΥΧΙΔΑ»

Ὁ ἀρχικὸς τύπος τῆς λέξης ἦταν «παρωνυχίδα»


παρωνυχίδα < παρωνυχὶς < παρ(ά) + -ωνυχὶς [(μὲ ἔκταση τοῦ «ο» λόγῳ τῆς σύνθεσης)<ὄνυξ (τοῦ ὄνυχος)]


Ὁ τύπος «παρανυχίδα» εἶναι νεώτερος καὶ δημιουργήθηκε ὑπὸ τὴν ἐπήρεια ἄλλων συνθέτων μὲ α´ συνθετικὸ τὸ «παρά» μὲ β´ συνθετικὸ λέξεις ποὺ ξεκινοῦν μὲ σύμφωνο.
π.χ. παράνομος, παρανόηση, παράνυμφος κ.ἀ.


Τὸ ἴδιο καὶ ἄλλες λέξεις μὲ συχνότερη τὸ «παρανομαστής» ἐνῷ πιὸ σωστὸς ὁ τύπος «παρονομαστής» (<παρονομάζω)

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΜΠΟΥΓΑΤΣΑΣ



Ἐπειδὴ πολλοὶ θεωροῦν τά «μπουγάτσα μὲ τυρί, μπουγάτσα μὲ σπανάκι κ.λπ.» ὑπερβολικά καὶ κάνουν ἀστεῖα, πρέπει νὰ ξέρουν τί σημαίνει πραγμταικά «μπουγάτσα». 

 

ΜΠΟΥΓΑΤΣΑ/μπογάτσα[= πίττα μὲ γέμιση κρέμας πασπαλισμένη μὲ ἄχνη ἢ μὲ τυρί (γλυκιά) (ἁλμυρή).] 


μπουγάτσα<μπογάτσα< μεσν. πογάτσα < τουρκ. bogaça<ἰταλ. focaccia< μετγν. λατ. (panis) focacius [=φουρνισμένο ἀρτοσκεύασμα] < focus= ἑστία, φωτιά


Στὸ τεφτέρι...


ΤΕΦΤΕΡΙ (τὸ) [τοῦ τεφτεριοῦ]


ἐτυμολογία:

τεφτέρι/δεφτέρι< τουρκ. defter< μσν. διφθέριον <ἀρχ. διφθέρα


ποὺ σήμαινε στὰ ἀρχαῖα: 

α´) τὸ κατεργασμένο δέρμα
β´) τὸ κατεργασμένο δέρμα, ποὺ ἔχει ἐπιφάνει κατάλληλη γιὰ γραφὴ ἐπ᾿ αὐτῆς.


[διφθέρα<*διψ-τερα<δέφω=τρίβω, μαλακώνω, κατεργάζομαι]

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΓΓΑΡΕΙΑ...

ἀγγαρεία < ἀγγαρεύω < ἄγγαρος < περσικὴ λέξη ποὺ σήμαινε «ἔφιππος ταχυδρόμος» < agru «μισθοφόρος»


Ἡ σημασία «ἐπιβάλλω καταναγκαστικὴ ἐργασία» προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἄγγαροι εἶχαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτοῦν τέτοια ἐργασία, γιὰ νὰ ἔλθουν εἰς πέρας τὰ βασικλικὰ παραγγέλματα. 

Ἡ ἀγγαρεία μὲ τὴν σημερινὴ ἔννοια θεσμοθετήθηκε στὴν Αἴγυπτο, τὴν Ρώμη καὶ τὸ Βυζάντιο.

«ΑΓΓΙΧΤΟΣ» ἢ «ΑΝΕΓΓΙΧΤΟΣ» ; (ΑΓΓΙΖΩ)

Πρῶτα, πρέπει νὰ ἀναλυθεῖ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης «ἀγγίζω»

ἀγγίζω < ἀρχ. ἐγγίζω

Τὸ ἀ προέκυψε μᾶλλον ἀπὸ συνέκφορὰ τοῦ ῥήματος μὲ τὰ μόρια νά/θά:
νὰ ἐγγίζω > νὰ ῾γγίζω > ν᾿ ἀγγίζω > ἀγγίζω

Τυπικά, ἡ λέξη παράγει τὸ ἀρνητικὸ ἐπίθετο «ἀνέγγιχτος» ἐννοῶντας τὸν ἀνέπαφο, αὐτὸν ποὺ ἔχει μείνει ἐξ ὁλοκλήρου ἀκέραιος, ὁ ἀθικτος, ὁ ἀπείραχτος. (ἔτσι ἀποκαλοῦνταν καὶ οἱ παρθένοι)

Ὅμως, ἀπὸ τὴν μεσαιωνικὴ περίοδο ἡ λέξη «ἀγγιχτὸς» ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ, ἐννοῶντας αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀγγιχτεῖ, ὑπέστη ἀναβιβασμὸ τοῦ τόνου, δίνοντας τὴν αἴσθηση ὅτι εἶχε στερητικὸ «ἀ-», παίρνοντας ἔτσι τὴν ἔννοια «ἄθικτος»
Ἔτσι, χρησιμοποιεῖται ὡς σήμερα ἡ λέξη «ἄγγιχτος» (καὶ ἀντὶ τοῦ «ἀνέγγιχτος») ἐννοῶντας:
α´) τὸν ἄθικτο
β´) (στὴν καλαθοσφαίριση) τὸ καλάθι, ὅταν ἡ μπάλα περνάει τὴν στεφάνη χωρὶς νὰ τὴν ἀγγίξῃ.
γ´) τὸν ἀχρησιμοποίητο

«ΕΛΛΙΠΗΣ» ἢ «ΕΛΛΕΙΠΗΣ»

Κανονικῶς ὁρθογραφεῖται ὡς «ἐλλιπής» μὲ «-ι-», καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «ἐλ-λείπ-ω», «ἐν-έ-λιπ-ον» (λιπ-), ἀπὸ τὸ ὁποῖο προέρχονται καὶ ἄλλες λέξεις, ὅπως : λιπόθυμος, λιποτάκτης κ.ἀ. [καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα «λειπ-», ἀπὸ ὅπου: ἔκλειψη, παράλειψη κ.ἀ.]


Ὅμως, τὸ ἐπίθετο «ἐλλειπτικός» (αὐτὸς ποὺ ἔχει ἔλλειψη) γράφεται μὲ «-ει-», σχηματιζόμενο ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἐνεστώτα. (μιᾶς καὶ σηματοδοτεῖ διάρκεια. Ἐλλειπτικός, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἔλλειψη συνεχῶς.)


Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ μὲ ἄλλες λέξεις ποὺ προέρχονται ἄλλες ἀπὸ τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα κι ἄλλες ἀπὸ τὸ ἀοριστικὸ ὅπως: 
πείθω (πειστικός ἀλλὰ πιθανός),
μειγνύω (μείξη ἀλλὰ μιγᾶς)


Καὶ ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὅτι τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα προσδίδει τῆN παροντικὴ ἰδιότητα καὶ τὴν διάρκεια καὶ τὴν ἀνανεώμενη ἰδιότητα, ἐνῷ ὁ ἀόριστος ἀφορᾶ στὸ παρελθὸν ἀλλὰ καὶ στὴν στιγμιαία ἰδιότητα ἤ στὴν ἰδιότητα ποὺ ἐλήφθη μία φορὰ)

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

«ΣΟΡΟΣ» ἢ «ΣΩΡΟΣ»

Δύο ὁμόηχες λέξεις ποὺ συχνὰ μπερδεύουν ὡς πρὸς τὴν ὀρθογραφία τους.


ΣΟΡΟΣ (ἡ)  [<ἀρχ. ἡ σορὸς = φέρετρο] : τὸ πτῶμα


ΣΩΡΟΣ (ὁ) [<ἀρχ. σωρός]: 
α´) μεγάλος ἀριθμὸς ἀντικειμένων ποὺ εἶναι τοποθετημένα τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο ἀνάστατα.
β´)  μεγάλος ἀριθμός, μεγάλη ποσότητα. (στὴν ἔκφραση π.χ.: ἕναν σωρὸ πράματα)


σωριάζω/σωριάζομαι (<σωρός)


σωριάζω: τοποθετῶ ἀκατάστατα πράματα, ὥστε νὰ σχηματιστῇ σωρός.
σωριάζομαι: α´) (μεσοπαθητικό) καταρρέω, πέφτω δίχως νὰ ἔχω τὸν ἔλεγχο. 
                     β´)  γιὰ ἀντικείμενο ποὺ γκρεμίζεται σὲ σωρό.


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Συχνὸ λάθος: ΕΞ ΑΠΑΝΕΚΑΘΕΝ ; (!!!!!)

Συχνότατο λάθος στὴν καθημερινὴ ὁμιλία ἡ χρήση τῆς λέξης «ἀνέκαθεν».


ἀνέκαθεν < ἀνά + ἐπιρ. ἑκάς (=μακριά) + -θεν


Τὸ ἐπίθημα -θεν προέρχεται ἀπὸ παλαιὰ πτώση τῆς ἑλληνικῆς, τὴν ἀφαιρετική, δηλώνοντας τὴν προέλευση, τὴν κίνηση, τὴν  ἀπομάκρυνση, μά, ἐξέπεσε, γινομένη σὲ λειτουργικὸ ἐπίθημα τῆς προέλευσης, δίδοντας πολλὲς λέξεις ποὺ λειτουργοῦν σήμερα ὡς ἐπιρρήματα.
π.χ. ἄνωθεν =  ἀπὸ ψηλά, ἔμπροσθεν= ἀπὸ μπροστά κ.ἀ.


Λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψιν ὅτι τὸ -θεν δηλώνει προέλευση, ἡ χρήση λέξεων μὲ αὐτὸ, ὅπως καὶ τοῦ συχνότατου «ἀνέκαθεν»,  μὲ προθέσεις προέλευσης ὅπως ἐκ/ἐξἀπὸ εἶναι, βέβαια, περιττή καὶ πλεοναστική. 


Πόσο μᾶλλον στὸ ἐξωφρενικὸ «ἐξ ἀπανέκαθεν» (τριπλή χρήση προέλευσης!!!)


Ὁ μόνος λόγος ποὺ πέφτουν σὲ αὐτὸ τὸ λάθος οἱ πέρισσότεροι εἶναι ἡ ἄγνοια τῶν ἰδιοτήτων τῆς γλώσσας.



Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Ἐτυμολογία τῆς ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ

ἐτυμολογία εἶναι ἕνας κλάδος τῆς γλωσσολογίας ποὺ ἀναζητᾶ καὶ μελετᾶ τὴν ἀρχικὴ μορφὴ καὶ σημασία κάθε λέξης, καθὼς καὶ τὴν συγγένειά της κάθε λέξης μὲ λέξεις ἄλλων γλωσσῶν ἀλλὰ καὶ μὲ λέξεις μέσα στὴν ἴδια γλῶσσα. Κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο, ὁπότε καὶ δημιουργήθηκε ὁ ὅρος σήμαινε τὴν πρωταρχικὴ σημασία τῆς λέξης.

Ἐτυμολογία< ἐτυμολογῶ < ἔτυμος + λογῶ (<λόγος)

ἔτυμος/-ον [σπάνια σὲ θηλυκό] (ἀρχαῖο ἐπίθετο) = ἀληθινός, αὐθεντικός

πρόκειται γιὰ παραλλαγὴ τοῦ ἀρχ. ἐπιθέτου «ἐτεός, -ά, -όν»

καὶ οἱ δύο λέξεις ἔχουν ἴδιο θέμα. 
ἔτυμος < ἔτεF-μος
ἐτεός < ἐτεF-ός


-Τὸ «ἐτεός» ἴσως νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ ῥῆμα «εἰμί».
-Τὸ οὐδέτερο «ἐτεόν» λειτουργεῖ καὶ ὡς ἐπίρρημα σημαίνοντας «ἀληθῶς, πράγματι, τῷ ὄντι»
-Ὑπῆρχε σὲ ἐρωτήσεις τύπου «ἐτεόν;» = «ἀλήθεια;» «ἔτσι;»
-Ἀπὸ τὸ «ἐτεός» προέρχεται καὶ τὸ «ἐξετάζω» (=ἀναζητῶ τὴν ἀλήθεια) [ἐξ+ ἐτάζω(<ἐτός+-αζω)]

«ΚΛΟΤΣΑΩ» ἠ «ΚΛΩΤΣΑΩ»

Ἄν καὶ συνηθίζεται ἡ ὀρθογραφία «κλωτσάω» ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται «κλοτσάω».

Προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «κλότσος».

κλότσος < ὑστερολατ. *colcio[μὲ μετάθεση τοῦ ὑγροῦ "λ"] <μεσν. λατ. calcio < λατ. calx (=φτέρνα) 

Γιὰ τὴν γραφὴ μὲ «ω» δὲν ὑπάρχει καμμία ἐτυμολογία. 

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

ΓΟΥΔΗ ἢ Γουδί

Συχνότατο λάθος γιὰ τοὺς μὴ γνῶστες τῆς ἱστορίας, ποὺ συχνά-πυκνά κάνουν τὴν λανθασμένη σύνδεση τοῦ τοπωνυμίου τῆς Ἀττικῆς «Γουδή»  μὲ τὸ ἀντικείμενο «γουδί».

Ἡ τοποθεσία «Γουδή», γιὰ τὴν ὁποία ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ κράτος (!) εἶχε σφάλει, γραφόταν στὶς πινακίδες ὡς «Γουδί» μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια (2006) ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ἐκκλίσεις ἀνθρώπων, ποὺ γνωρίζουν τὴν ἱστορία τῆς ὀνομασίας, ἔγινε ἡ διόρθωση. Πρόκειται γιὰ ὀνομασία ποὺ ἐδόθη στὴν περιοχή («πεδίον τοῦ Γουδή» ἔπειτα «πεδίον Γουδή») , ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖτο ὡς πεδίο στρατιωτικῶν ἀσκήσεων. Μὲ τὰ χρόνια ἡ περιοχὴ οἰκοδομήθηκε καὶ ἔμεινε ἡ ὀνομασία «Γουδή». Γνωστὸ εἶναι καὶ τὸ Κίνημα στὸ Γουδή τῷ 1909.

Γιατὶ Γουδή;
Ἡ οἰκογένεια Γουδὴ ἦταν μία ναυτικὴ οἰκογένεια ἀπὸ τὶς Σπέτσες, ἡ ὁποία βοήθησε κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821. Πρὸς τιμὴν αὐτῆς λοιπὸν ὀνομάστηκε «πεδίον τοῦ Γουδή».

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως «γουδί»:

γουδί < μεσν. γδί(ν) <μεσν. ἰγδίον < ἀρχ. ἰγδίς /ἰγδίον



Καμμία σχέση, λοιπόν, ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ δύο. Τώρα ὅσον ἀναφορά στὴν κλίση τῆς τοποθεσίας, δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ λαμβάνεται ὡς οὐδέτερο, ἂν καὶ ἡ γλῶσσα ἔχει τὴν τάση, ἐδὼ πρόκειται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἱστορικῆς μνήμης καὶ ὄχι γιὰ ὑποκριτισμοὺς ἀπέναντι στὴν γλῶσσα. (π.χ. τὸ παλτὸ - τὰ παλτὸ ἀντὶ τὰ παλτά)

Τὸ πιὸ εὔλογο εἶναι νὰ γίνεται κάτι ἀνάλογο ὅπως σὲ ἄλλες τοποθεσίας παρομοίου ὀνόματος. Σὰν νὰ σκεφτόμαστε «πεδίον Γουδή» καὶ νὰ παραλείπουμε τὸ «πεδίον».

π.χ. μένω/πάω στοῦ Γουδή, (ὅπως, στοῦ Ζωγράφου)
                καὶ   στὸ Γουδή




Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

τὰ ΜΑΚΡΑ, τὰ ΒΡΑΧΕΑ καὶ ἡ ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ


Ἡ γνώση βραχέων καὶ μακρῶν φωνηέντων βοηθᾶ στὴν γνώση τονικότητας τῆς λέξης καὶ μετέπειτα στὴν ἀναγνώριση συλλαβῶν ποὺ θὰ περισπαστοῦν.

Ἐν πρώτοις ἔχουμε:

Μακρά φωνήεντα: η, ω

Βραχέα φωνήεντα: ο, ε

Δίχρονα φωνέντα: α, ι, υ (εἶναι ἄλλοτε μακρά, ἄλλοτε βραχέα)
Τὰ δίχρονα εἶναι πάντα μακρόχρονα ἐκτὸς ὅταν συντελοῦν οἱ παρακάτω συνθῆκες:

Α´) Τὰ ι, υ εἶναι βραχέα, ὅταν βρίσκονται στὴν παραλήγουσα ὀνομάτων (οὐσιαστικά, ἐπίθετα, ἀντωνυμίες, μετοχές) καὶ ῥημάτων, ἄρα ὀξύνονται. [ἐξαιρεῖται τὸ ὄνομα «Κωνσταντῖνος», ποὺ εἶναι λατινικὸ ἐξελληνισμένο ὄνομα]
Β´) Τὸ α εἶναι βραχύ:
α´) στὴν λήγουσα οὐδετέρων (π.χ. τὸ κλῆμα) καὶ θηλυκῶν (ἐκτὸς ἂν ᾖναι σὲ γενικὴ ἢ δοτική ἑνικοῦ καὶ πληθυνιτκοῦ ἢ αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ)
β´) στὴν ἄτονη λήγουσα τῆς ὁριστικῆς ῥημάτων (π.χ. εἶπα)
γ´) στὴν παραλήγουσα ῥημάτων ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταλήξεις: -αμαι, -ασαι, -αται, -αμε, -ατε, -ανε
(π.χ. πάρε ἀλλὰ πᾶμε)


Δίγθογγοι: ἔχουμε τους κύριους διφθόγγους: αι, ει, οι, υι καὶ αυ, ευ, ηυ, ου (δίφθογγοι καταχρηστικοί ᾳ, ῃ, ῳ). Γενικῶς, οἱ δίφθογγοι εἶναι μακρόχρονοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «αι» καὶ τὸ «οι», ποὺ εἶναι βραχύχρονοι ὅταν εἶναι ἐντελῶς στὸ τέλος ἀσυναίρετης λέξης. (π.χ. οἱ κῆποι ) Ἐκτὸς ἂν στὴν ἀρχαία κυρίως βρίσκονται στὴν κατάληξη εὐκτικῆς ἢ ἐπιρρημάτων ἢ ἐπιφωνημάτων. (π.χ. παιδεύσαι, οἴκοι, παπαῖ... κ.ἀ.)
Θέσει καὶ φύσει μακρόχρονη συλλαβη:

Φύσει μακρόχρονη εἶναι ἡ συλλαβή ποὺ ἔχει μακρόχρονο φωνῆεν ἢ δίφθογγο.
Θέσει μακρόχρονη εἶναι ἡ συλλαβή ποὺ ἂν κι ἔχῃ βραχύχρονο φωνῆεν, αὐτὸ ἀκολουθεῖται ἀπὸ δύο ἢ περισσότερα σύμφωνα ἢ ἕνα ἀπὸ τὰ διπλά ζ, ξ, φ. (π.χ. θερ-μός, τό-ξο)


Ἡ περισπωμένη τίθεται:

α´) Ὅταν ἡ τονιζόμενη μακρόχρονη παραλήγουσα προηγεῖται μίας βραχείας λήγουσας.
π.χ. φῆμες, σῶσε.

(ἐξαιροῦνται: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε)

β´) Στὴν τονιζόμενη μακρόχρονη λήγουσα τῶν ῥημάτων.
π.χ. ἀγαπᾶς, ζητᾶς, κινεῖς.

γ´) Στὴν τονιζόμενη γενικὴ καὶ δοτική (ἑνικοῦ καὶ πληθυντικοῦ) οὐσιαστικῶν, ἐπιθέτων, ἀντωνυμιῶν.
      π.χ. τῆς κλοπῆς, τῶν ληστῶν, αὐτῶν, τῷ Θεῷ

 δ´) Σὲ ἀντωνυμίες : ἐμεῖς, ἐμᾶς, μᾶς, ἐσεῖς, ἐσᾶς, σᾶς

ε´) Στὰ κύρια ὀνόματα σὲ -ᾶς ἀλλὰ καὶ ἄλλα : Λουκᾶς, Πειραιᾶς, Ἰησοῦς, Ἡρακλῆς κ.ἀ.

[ς´) γενικῶς στὶς τονιζόμενες συνῃρημένες συλλαβές (στὰ ἀρχαῖα εἶναι πιὸ διαχωρισμένο αὐτό, καθὼς ὑπάρχει πλήθως συναιρέσεων, ποὺ στὴν νέα ἑλληνικὴ δὲν διαφαίνονται τόσο, γιατὶ οἱ ἀσυναίρετοι τύποι δὲν ὑφίστανται πιά. π.χ. οἱ ἐπιμελεῖς < ἐπιμελέες)]

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ: -ΟΤΕΡΟΣ, -ΟΤΑΤΟΣ ἢ -ΩΤΕΡΟΣ, -ΩΤΑΤΟΣ


Τὰ δευτερόκλιτα ἐπίθετα ποὺ ἔχουν παραθετικά σὲ «-ότερος» καὶ «-ότατος», ἂν ἔχουν τὴν προηγούμενη συλλαβή τους θέσει ἢ φύσει μακρόχρονη, τότε διατηροῦν τὸ «ο»· τὸ ἐκτείνουν σὲ «ω», ὅταν ἡ προηγηθεῖσα συλλαβὴ εἶναι θέσει ἢ φύσει βραχύχρονη.

Ἔτσι: ξηρός ξηρό-τερος ξηρό-τατος

ἀλλά: νέος νεώτερος νεώτατος


Ὑπάρχουν, βέβαια, καὶ περιπτώσεις ὅπου ἡ μακρότητα δὲν διαφαίνεται καὶ αὐτὸ γίνεται στὴν περίπτωση τῶν δίχρονων φωνηέντων. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, λοιπόν, ὅτι:

Ι. Εἶναι μακρόχρονο τὸ δίχρονο στὴν παραλήγουσα:
α´) σὲ ἐπίθετα σὲ «-ος» τῶν ὁποίων τὸ β´ συνθετικὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς λέξεις:
θυμός, κίνδυνος, κῦρος, λύπη, νίκη, τιμή, ψυχή.
π.χ. εὔθυμος – εὐθυμότερος, ἔντιμος – ἐντιμότερος
β´) στὰ ἐπίθετα: ἀνιαρός, ἄκρατος, ἰσχυρός, λιτός, τρανός, φλύαρος, ψιλός κ.ἀ.
π.χ. ἰσχυρότερος

ΙΙ. Εἶναι βραχύχρονο τὸ δίχρονο στὴν παραλήγουσα:
α´) στὰ ἐπίθετα ποὺ λήγουν σέ: «-ιος», «-ικος», «-ιμος», «-ινος»
π.χ. τίμιος – τιμιώτερος, χρήσιμος – χρησιμώτερος
β´) ὅσων λήγουν σέ «-αρος» (ἐκτὸς τῶν: ἀνιαρός, φλύαρος, λαρός, ψαρός)
π.χ. καθαρός – καθαρώτερος

γ´) ὅσων λήγουν σέ «-υρος» (ἐκτὸς τοῦ: ἰσχυρός)
π.χ. ἀλμυρός - ἀλμυρώτερος

δ´) ὅσων λήγουν σέ «-αλος» καὶ «-ανος»
π.χ. ἁπαλός – ἁπαλώτερος , πιθανός – πιθανώτερος

ε´) στὰ ἐπίθετα : ἀγαθός*, ἀγλαός, ἄκριτος, ἄδικος, δυνατός, ἥσυχος, ἰταμός, ὀλίγος* κ.ἀ.

ΙΙΙ. Τὰ φαινομενικὰ βραχύχρονης παραλήγουσας «ξένος», «κενός», «στενός» ἔχουν παραθετικά σὲ «-ότερος» , «-ότατος» καθὼς εἶχαν παλαιότερους τύπους σὲ κενϝος, ξενϝος, στενϝος (ἔτσι οἱ συλλαβές εἶναι θέσει μακρόχρονες)
ἄρα: στενός ἀλλὰ στενότερος




*Τὰ «ἀγαθός» καὶ «ὀλίγος» ἔχουν βραχύχρονο τὸ δίχρονο τῆς παραλήγουσας, ἀλλὰ ἔχουν ἀνώμαλους τύπους στὰ παραθετικά τους στὴν ἀρχαία ἑλληνική. Στὴν νέα, ὅμως, κανονικά:
ἀγαθός – ἀγαθώτερος, (ὀ)λίγος – λιγώτερος

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟΥ


Ἂν καὶ ὡς β´ συνθετικὸ μπορεῖ νὰ ἔρχεται ἡ λέξη «πηγή», ἡ λέξη «κηροπήγιο» ἐτυμολογεῖται ὡς ἐξῆς:

ἀρχ. «κηρός» (=κερί) + ἀρχ. «πήγνυμι» (=πήζω, στερεώνω)



«ΚΑΨΩΝΙ» ὄχι «ΚΑΨΟΝΙ»


Ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης τὸ δικαιολογεῖ.

Καψώνι< καψώνω < καυσόω , -ῶ

«ΥΠΕΡ ΤΟ ΔΕΟΝ» ὄχι «ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΕΟΝΤΟΣ»


Ἡ ἐμπρόθετη φράση «ὑπέρ τὸ δέον» ἐκφράζει τὴν ὑπέρβαση καὶ ἔτσι τὸ ὑπὲρ συντάσσεται μὲ αἰτιατικὴ γιὰ αὐτὴ τὴν δήλωση.

Στὶς συνηθέστερες ἐμπρόθετες φράσεις τὸ ὑπέρ συντάσσεται μὲ γενική, ὥστε νὰ δηλώσῃ τὴν ὑπεράσπιση. π.χ. ὑπέρ τῶν ἀγώνων τῆς πατρίδας, ὑπέρ τοῦ δικαίου κ.ἀ.

Ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ τὰ συγχέουμε.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ἢ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ;


Ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται κανονικὰ ὡς «τέσσερεις» καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἀριθμιτικό «τέσσαρες» τὸ ὁποῖο ἐπηρεαζόμενο ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο «τρεῖς» μεταπλάστηκε σὲ «τέσσερεις».

ΤΕΤΡΑΔΙΟ...


Ἔχετε ἀναλογισθεῖ ἀπὸ ποῦ μπορεῖ νὰ προέρχεται ἡ λέξη; Ποιά ἡ ἐτυμολογία της;

Κατὰ τὸν 4° μ.Χ. Αἰώνα τετράδιον ὀνομαζόταν ἡ περγαμηνὴ ποὺ εἶχε διπλωθεὶ στὰ τέσσερα.

τετράδιον< (ἡ) τετράς, - άδος

«ΣΦΗΚΑ» ἤ «ΣΦΙΓΓΑ»


Συχνότατο λάθος ἡ ὀρθοφώνηση σὲ αὐτὰ τὰ δύο παρώνυμα.

«Σφήκα» (<σφήξ , σφηκός) εἶναι τὸ ἔντομο, ἐνῷ «Σφίγγα» εἶναι τὸ μυθολογικὸ πλάσμα, ποὺ ἔθετε γρίφους σὲ περαστικούς.

Ἡ ἔννοια τῆς ὀνομασίας ἑνὸς ἀτόμου ὡς «σφίγγας», ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ μυθολογικὸ πλάσμα, καθὼς δηλώνεται γιὰ ἄτομα μυστικοπαθή, ποὺ δύσκολα ἀποκαλύπτουν διαθέσεις καὶ προθέσεις τους.

π.χ. Σφίγγα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος· κουβέντα δὲν τοῦ παίρνεις.

«ΞΕΝΗΤΕΙΑ» ὄχι «ΞΕΝΗΤΙΑ»


Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ ξενητεία μὲ μεταφορὰ τοῦ τόνου στὴν λήγουσα, ὅπως ἔγινε καὶ ἄλλες παρόμοιες λέξεις π.χ. δουλεία > δουλειά, ὑγιεία> ὑγειά> γειά, ἐσοδεία> σοδεία > σοδειά
Ἄρα:


Ξεκουμπίζομαι...


Γιὰ αὐτὴ τὴν λέξη εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὴν ἐτυμολογία τῆς ἐκ πρώτης ὄψεως, καθὼς περισσότερο φέρνει στὸν νοῦ τὴν λέξη «κουμπὶ» παρὰ τὸ «κομίζω» ἀπὸ ὅπου καὶ προέρχεται.

Συγκεκριμένα:

ξεκουμπίζομαι <ἐκκομίζω (= ἀπομακρύνω) < ἐκ + κομίζω

ΤΟ ΠΡΟΘΗΜΑ «ξε-» «ξ-»


«ξε-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκικνᾶ μὲ σύμφωνο. π.χ. ξε-βάφω
«ξ-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκινᾶ μὲ φωνῆεν. π.χ. ξ-οδεύω

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δημοφιλὴ προθήματα στὴν νεοελληνική γλῶσσα καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ εὔχρηστα.
Συγκεκριμένα, εἰσάγετε πρὸς δήλωση:
[ἔμπροσθεν ῥημάτων καὶ οὐσιαστικῶν]
α´) Στέρησης τῆς ἰδιότητας τῆς λέξης στὴν ὁποῖα θέτεται. π.χ. ξεκάνω, ξεκουρδίζω.. κ.ἀ.
β´) Ἐπιτακτικότητας. π.χ. Ξακουστός (= πολύ ἀκουστὸς), ξελιγώνω,.. κ.ἀ.
γ´) Ῥήματα ποὺ δείχνουν παραμονή γιὰ κάποιο χρονικό διάστημα. π.χ. ξεχειμωνιάζω
[γενικῶς]
δ´) Σπάνια, λήξη ἰδιότητας. π.χ. παππάς, ξε-παππάς
ε´) Σὲ ἐκφράσεις ὀργῆς, ἀδιαφορίας, ἀναγκαστικῆς συγκατάθεσης. π.χ. «Δὲν ἔχει μά καὶ ξε-μά.» «Τρελός, ξε-τρελός, αὐτὸς εἶναι.»

Ἐτυμολογία:

Τὸ πρόθημα «ξε-» συναντᾶται γιὰ πρώτη φορά τὸν μεσαίωνα καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία πρόθεση ἐκ / ἐξ. Καὶ προέκυψε:
α´) Ἀπὸ σίγηση τοῦ ἀρχικοῦ «ε» τῆς πρόθεσης π.χ. ξ-ανοίγω < ἐξ- ανοίγω
β´) Ἀπὸ τοὺς παρελθοντικοὺς χρόνους ὅπου ἐμφανιζόταν καὶ λόγῳ τῆς αὔξησης τὸ «ε» ὡς ἔνθημα (π.χ. ξε-πέφτω < ἐξ- έπεσα < ἐκ- πίπτω) καὶ στὴν συνέχεια ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ παρελθοντικοῦ τύπου μεταπλάστηκε καὶ ὁ ἐνεστωτικός.

«ΝΗΣΤΗΣΙΜΟ» ὄχι «ΝΗΣΤΙΣΙΜΟ»


Συχνὸ λάθος γίνεται στὴν ὀρθογραφία τῆς λέξης «νηστήσιμο». Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «νηστεύω»· μὲ θέμα «νηστ-» καὶ τὸ ἐπίθημα «-ήσιμος», ἄρα τὸ ὀρθόν εἶναι «νηστήσιμος»  

«ΝΗΝΙ» ὄχι «ΝΙΝΙ»


Ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται μὲ «η» καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικό «νῆνις»
Ἀναλυτικότερα:

νηνί < μεσν. νηνίον [=κούκλα]< νῆνις (ἢ καὶ νεανίς) [=νεαρή, νεανίδα]

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

Κλίση τοῦ ῥήματος «ζῶ»

Τὸ ῥῆμα «ζῶ» εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ λίγα συνῃρημένα ῥήματα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σὲ «-ήω», (ὅπως τὰ πεινῶ, διψῶ, χρῶμαι). Κατὰ τὴν ἀρχαία κλίνεται δηλαδή: ζῶ, ζῆς, ζῆ, ζῶμεν, ζῆτε, ζῶσι.


Ὄντας, βέβαια, μία σπάνια ἐξαίρεση, καθὼς τὰ ἄλλα ῥήματα αὐτῆς τῆς κατηγορίας συνῃρημένων ἄλλαξαν στὴν πορεία (π.χ. πεινῶ, πεινᾶς... ἀπὸ πεινῶ, πεινῆς...κ.λπ.), θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἀποδεκτὴ καὶ ἡ ἁπλὴ -ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰ ἄλλα- κλίση του ὡς: ζῶ, ζεῖς, ζεῖ, ζοῦμε, ζεῖτε, ζοῦν.


Ἁπλῶς, πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ σωστότερο εἶναι νὰ κλίνεται γραφόμενο μὲ «η» καί στὴν νέα κατὰ τὴν ἀρχαία κλίση, μιᾶς καὶ δὲν ἄλλαξε ὅπως τὰ ἄλλα τῆς κατηγορίας του:
ζῶ, ζῆς, ζῆ, ζοῦμε, ζῆτε, ζοῦν.




ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Παρὰ τοῦ ὅτι εἶναι ἀποδεκτὸ τὸ «ει» στὴν νεοελληνικὴ κλίση τοῦ ῥήματος, δὲν πρέπει νὰ γίνεται λάθος στὸν ἀπαρεμφατικό του τύπο, εἰδικὰ στὴν ἀρχαιοπρεπὴ φράση «εὖ ζῆν» ἢ στὴν ἔκφραση «ζήτω» (γ' ἑνικὸ πρόσωπο προστακτικής, «νὰ ζῆ»)

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Α-ΔΕΛΦΟΣ... (ετυμολογια)

ἀδελφός< ἀ + δελφύς

Πρόκειται γιὰ τὸ «α» τὸ ἀθροιστικό. (ποὺ ἄλλωτε δασύνεται κι ἄλλωτε ὄχι) [π.χ. στὸ: ἅ-πας] καὶ τὴν λέξη «δελφύς» ποὺ σημαίνει τὴν μήτρα τῆς γυναίκας.

Ἄρα, «ἀδελφός» ἀυτὸς ποὺ ἔχετε βγεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα.

Ἕνα παράδειγμα τῆς μαγείας τῆς ἑλληνικῆς ποὺ ἀπὸ μόνη της σοῦ δείχνει τὴν ἔννοια τῶν λέξεών της.



«ΤΙΤΤΥΒΙΖΩ» ὄχι «ΤΙΤΙΒΙΖΩ»

Τὸ «τιττυβίζω» (=κελαηδῶ) εἶναι ἀρχαία λέξη ἠχομιμητικὴ (ἀπὸ κάποιον φυσικό ἦχο δηλαδή) καὶ συγκεκριμένα τὸν ἦχο τῆς πέρδικας. (κάνω «τιττύ», δηλαδή) [σπάνια ὡς τιτυβίζω]


Ὑπάρχει καὶ τὸ «τιτίζω» στὴν ἀρχαιότητα γιὰ τὰ χελιδόνια, ἀλλὰ καὶ γενικῶς τὰ μικρὰ πουλιά.

ΛΟΞΥΓΓΑΣ...!

Ἡ λέξη αὐτὴ συχνά γράφεται λανθασμένα ὡς «λόξιγγας» ἢ  «λόξυγκας» ἢ «λόξιγκας». Ὅμως, ὀρθογραφεῖται «λόξυγγας». Ἂν καὶ ὑπάρχει ἀβεβαιότητα σχετικὰ μὲ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης· ὑπάρχουν δύο πιθανὲς ῥίζες.


α´) λώξυγγας <κλώξυγγας< κλῶξος (< κλώζω=κρώζω, κακαρίζω) + λύγξ [γενική: λυγγός< λύζω (=ἔχω λόξυγγα)]


β´) λόξυγγας <λύξυγγας < λύγξυγγας (< λύγξ + λάρυγγας)


Ἂν προέρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκδοχή, τότε θὰ πρέπῃ νὰ ἀναγράφεται ὡς «λώξυγγας», ἐνῷ στὴν δεύτερη ὡς «λόξυγγας» (ἔπειτα ἀπὸ μετατροπὴ τοῦ «υ» σὲ «ο»). Λόγῳ τῆς ἀβεβαιότητας, ὅμως, εἶναι προτιμότερη ἡ ἁπλούστερη γραφή μὲ «ο».


Οἱ γραφές: λόξιγκας, λόξυγκας κ.ἀ. δὲν στέκουν ἐτυμολογικά.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΠΡΟΙΚΑ

Ἡ λέξη «προῖκα» ἐτυμολογικὰ καὶ μόνο σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔρχεται ἐκ τῶν προτέρων, ἔχοντας ἔπειτα τὴν ἔννοια τοῦ δώρου ποὺ διδόταν πρὸ τοῦ γάμου.


ΠΡΟΙΚΑ< προίξ< πρὸ + θέμα «ἱκ» (< ἵκω*=ἔρχομαι) 






* Τὸ ῥῆμα «ἵκω» (δωρικά: εἵκω) ἔχει ὁμόρριζα ὅπως τά: ἱκανός, ἱκέτης, ἀφικνοῦμαι, ἄφιξη, κ.ἀ.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ σημαίνει...


Ἡ λέξη ἑστιατόριο ἄν καὶ κάποιος ἴσως τὸ παρετυμολογοῦσε μὲ τὸ ἐσθίω (τρώω)  προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «ἑστία» (=τὸ τζάκι) 

Ἡ λέξη «ἑστία» βέβαια, τὸ τζάκι, ἦταν ὁ βασικὸς καὶ κεντρικὸς χῶρος στὸ σπίτι καὶ γιὰ αὐτὸ σήμανε καὶ τὴν οἰκογενειακὴ συνοχή, τὸ σπιτικό, τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς δομῆς. 

Ἀπὸ τὴν λέξη ἑστία προέκυψε τὸ ῥῆμα «ἑστιάω» = φιλοξενῶ
ἀργότερα πῆρε τὴν ἔννοια "φιλοξενῶ σὲ γεῦμα, συμπόσιο" καὶ ἔτσι προέκυψε ἡ λέξη :
«ἑστιά-τωρ», (θέτοντας τὸ ἐπίθημα -τωρ , ποὺ δηλώνει πρόσωπο)
αὐτὸς ποὺ φιλοξενεῖ, ποὺ προσκαλεῖ σὲ δεῖπνο, συμπόσιο. 

Καὶ ἐξ αὐτοῦ ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο παρέθετε τὸ γεῦμα ὀνομάστηκε «ἑστια-τορ-ιο» ( θέτοντας τὸ ἐπίθημα -ιο, ποὺ δηλώνει τόπο/μέρος)

Ἀργότερα πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ χώρου ὄπως τὸν ξέρουμε σήμερα.


Βέβαια, «ἑστίαση» σημαίνει τὴν παράθεση γεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικέντρωση, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάτι, καθὼς ἡ λέξη «ἑστιάζω» ἔχει δώσει στὴν νεοελληνικὴ παράγωγα ποὺ καλύπτουν μαθηματικό, γεωμετρικό, φυσικό πεδίο ἐπιστήμης. (ἑστιακός φακός, ἑστιακὸ ἐπίπεδο κ.λπ.)

ΕΔΩΔΙΜΑ...

Ἐδώδιμα εἶναι τὰ τρόφιμα, τὰ φαγώσιμα, ὅ,τι μπορεῖ καὶ εἶναι κατάλληλο γιὰ φάγωμα.
π.χ. ἐδώδιμα μανιτάρια


Ἐτυμολογία:
ἐδώδιμο < ἐδωδή < ἔδω = τρώω 


Ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ «ἔδεσμα». Ὁμόρριζο μὲ τὸ ῥῆμα «ἐσθίω»(=τρώω)
τὸ ὁποῖο καμμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὸ ἑστιατόριο

ΒΑΛΑΝΟΣ... ΒΑΛΑΝΙΔΙ (ετυμολογια)


Ἡ λέξη «βάλανος» ἀρχικῶς δὲν σήμαινε τὸ ἄκρο τοῦ πέους, ἀλλὰ τὸ βαλανίδι (ἀργότερα καὶ βελανίδι). Ἀλλὰ λόγῳ τοῦ σχήματος αὐτοῦ τοῦ καρποῦ πῆρε καὶ τὸ ὄνομά της ἡ «βάλανος» (ἄκρη τοῦ πέους) ἤδη ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια. 

Ἀκόμα δόθηκε λόγῳ τοῦ σχήματος ὄνομα «βάλανος» σὲ: α´) ὀστρακόδερμο, «τὸ μύδι», β´) ἀλλὰ καὶ «βάλανος» λεγόταν καὶ ἕνας πάσσαλος ποὺ ἔβαζαν στὸ πίσω μέρος τῆς πόρτας, σὲ μία ὀπή στὴν παραστάδα τῆς πόρτας, ποὺ τὴν κρατοῦσε κλειστή καὶ γιὰ νὰ ἀνοιχθῇ ἔπρεπε ὁ πάσσαλος αὐτὸς νὰ ἀνασυρθῇ μέσῳ ἑνὸς εἴδους κλειδιοῦ τῆς «βαλανάγρας» [<βάλανος + ἄγρα(=τὸ θήραμα, ἀπὸ τὸ «ἄγω»)]



Ἡ βάλανος< βάλ-λω (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πέφτω, ἀρχικῶς φαίνεται ὅτι σήμαινε τὰ εἶδη τῶν καρπῶν ποὺ πέφτουν εὔκολα ἀπὸ τὰ δένδρα, μιᾶς καὶ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη καὶ γιὰ τὸν «χουρμᾶ» καὶ γιὰ τὸ «κάστανο»)


Δεν συνδέεται μὲ τὸ βαλανεῖον (δὲς ἐδώ) μιᾶς καὶ ἂν προερχόταν ἀπὸ τὴν λέξη «βάλανος», τότε θὰ ἦτο «βαλάνειον», ἐπίσης ἐννοιολογικῶς δὲν μποροῦν νὰ συσχετιστοῦν «καρπὸς »-«λουτρό»

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΟΛΟ «ΜΠΕΣΤ-ΣΕΛΕΡ» ἀκούω... Ὑπάρχει ἑλληνική λέξη...

Ἀπὸ τὸ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ ἀγγλικὴ λέξη «μπέστ-σέλερ» εἶναι προτιμώτερο νὰ χρησιμοποιῇται ἡ ἀντίστοιχη ἑλληνικὴ λέξη, ποὺ εἶναι καὶ ἀρκετὰ εὔχρηστη.

ΕΥΠΩΛΗΤΟ< εὖ + πωλῶ

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

«ΓΛΕΙΦΩ» ἢ «ΓΛΥΦΩ»

ΓΛΕΙΦΩ < *γλείχω < ἐκ+λείχω (=γλείφω)


λείχω, λειχήν, λειχούδης, κ.λπ.


ΓΛΥΦΩ (= λαξεύω, χαράσσω)


γλύπτης, γλυπτό κ.λπ

ΚΑΥΛΟΣ... (!)

Καυλός = τὸ στελέχος τοῦ φυτοῦ ποὺ ἐξέχει ἀπὸ τὴν γή, ὁ κορμός τοῦ φυτοῦ.


Στὰ ἀρχαῖα: τὸ καλάμι ἢ σωληνοειδοῦς μορφῆς στέλεχος, λαβή ξίφους.


Ἐξ αὐτῆς τῆς λέξης καὶ οἱ νεοελληνικὲς λαϊκότροπες σεξουαλικὲς ἐκφράσεις, ὅπως:
καυλί, καύλα, καυλωνω, καυλιάρης κ.λπ.

«ΚΑΡΩΤΟ» ὄχι «ΚΑΡΟΤΟ»





Καρῶτο (ἀντιδ.)<ἰταλ. carota<λατ. carota< μτγν. καρωτόν< ἀρχ. ἑλ. κάρα (=κεφάλι)

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

ΛΥΚΟΦΩΣ... (<ΛΥΚΗ)



λυκόφως<λύκη+φῶς 
(τὸ ἀμυδρὸ φῶς πρὶν τὴν αὐγὴ καὶ μετὰ τὴν δύση)


ΛΥΚΗ =φῶς [ἀπαρχαιωμένη λέξη]
στὴν ἴδια οἰκογένεια καὶ τά: λευκός(=φωτεινός, λαμπρός, ἄσπρος), λύχνος, λυχνίτης, λυκάβας, λυκαυγές, luna (luc-na: λατ. σελήνη), lux (luc-s: λατ. φῶς)


λυκαυγές=ἡ αὐγή, ἡ χαραυγή, χάραγμα.
λυκάβας, -αντος (λύκη+βαίνω) : ἡ ὁδὸς τοῦ φωτός, ἡ τροχιὰ τοῦ ἡλίου, τὸ ἔτος.
[φράση:  αἱ λυκαβαντίδαι ὧραι= οἱ ἐποχὲς τοῦ ἔτους.]












[ὁ «λύκος» ἁπλὰ συνέπεσε ἀκουστικά· δὲν ἔχει ἐτυμολογικὴ συγγένεια.]




Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΣΕΛΑΣ








ΣΕΛΑΣ (τὸ) [γεν. τοῦ σέλαος]= λάμψη, λαμπερή φλόγα.








ὁμόρριζο μὲ τὰ: σελαγέω (=διαφωτίζω, άκτινοβολῶ..), σελήνη, 

σελασφόρος(=φωτοβόλος, λαμπροφόρος)

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΣΥΧΝΟ ΛΑΘΟΣ: ΣΥΝΗιΡΗΜΕΝΑ ΣΕ «-ΟΩ»


ΠΡΟΣΟΧΗ!


Ὑπάρχουν σήμερα συνῃρημένα ῥήματα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται σὲ λόγιο ὕφος καὶ χρήζουν κάποιας προσοχῆς, καθὼς εἶναι ἀρχαιοπρεπή. Πρόκειται γιὰ συνῃρημένα σὲ «-όω», ποὺ κυρίως τὰ τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς ἀνορθογραφοῦνται κατὰ κόρον.


(σὲ ἐνεργητική) πληρῶ, ἀξιῶ, ἐκπληρῶ, ἀπαξιῶ

(σὲ μεσοπαθητική) ὑποχρεοῦμαι, ἰσοῦμαι, καρποῦμαι... 


π.χ. πληροῖ τὶς προϋποθέσεις,

      ἀπαξιοῖ νὰ ἀπαντήσῃ

         
κ.λπ.

«ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ» ἢ «ΜΕΓΕΝΘΥΝΣΗ»

Τὸ «μεγέθυνση γράφεται ἢ προφέρεται συχνὰ ὣς «μεγένθυση» ἤ «μεγένθυνση». Ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ «ὡρίμαση» τὸ οὐσιαστικό παράγεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα, ἐπομένως πρέπει νὰ εἶναι ὅμοιο μὲ τὸ θέμα τοῦ ῥήματος μαζὶ μὲ τὸ ἐπίθεμα (κατάληξη) τοῦ οὐσιαστικοῦ.


Ἔτσι:
μέγεθος> μεγεθ-ύνω>μεγέθυν-ση




παρομοίως: ὁμαλός>ἐξομαλ-ύνω>ἐξομάλυν-ση
                   μῆκος> ἐπιμηκ-ύνω>ἐπιμήκυν-ση κ.λπ.

«ΩΡΙΜΑΣΗ» ἢ «ΩΡΙΜΑΝΣΗ»

Η λέξη «ὡρίμαση» παράγεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «ὡριμάζω» καὶ ὅλα τὰ ῥήματα σὲ «-άζω» δίνουν οὐσιαστικά σὲ «-άση»
π.χ.  
       ἐκφράζω-ἔκφραση 
       παρουσιάζω-παρουσίαση   κ.λπ.


Ἡ κατάληξη «-άνση» ἀνήκει σὲ παράγωγα ῥημάτων μὲ κατάληξη «-αίνω».
π.χ. 
      θερμαίνω-θέρμανση
      ξηραίνω-ξήρανση
      σημαίνω-σήμανση    κ.λπ. 


Ῥῆμα «ὡριμαίνω» δὲν ὑπάρχει.