Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

«Ρωδάκινο» ὄχι «Ροδάκινο»



Ρωδάκινο< μεσν. ρωδάκινον< μτγν. δωράκινον < λατ. duracinum 

Ὅσο γιὰ τὸ duracinum:
1. Οἱ Ρωμαῖοι ἐτυμολογοῦσαν τὴν λέξη ἀπὸ: durus (=σκληρὸς) + acinus (=ῥώγα) 
2. Πιθανότερον νὰ ἰσχύῃ ἡ ἐτυμολογία duracinum < Dyrrachium  < Δυρράχιον

Λέξεις μὲ διπλό «ῥ»

Εὐάριθμες οἱ ἁπλὲς λέξεις μὲ δύο «ῥ»: 
θάρρος, ἀρραβώνας, πυρρός (=πορφυρός), πυρρίχιος, ὀρρωδώ (=κάνω πίσω) καὶ τὰ ὁμόρριζά τους.
ὅπως καὶ κύρια ὀνόματα: Πύρρος, Σέρρες, Τυρρηνία, Δυρράχιο


Πολυάριθμες, ὅμως οἱ σύνθετες λέξεις μὲ «-ρρ-»:
1. Οἱ σύνθετες λέξεις, στὶς ὁποῖες τὸ β´ συνθετικὸ ἀρχίζει με «ῥ» τὸ διπλασιάζουν στὴν σύνθεση, λόγῳ τῆς δασείας τοῦ «ῥ» ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκλείψῃ ἔτσι ἁπλά. *
ἔτσι: αἱμορραγία, διαρροή, ἄρρωστος (δίχως ῥώμη= δύναμη)


2. Πάλι λόγῳ τῆς δασείας τοῦ «ῥ», μὲ «-ρρ-» γράφονται τὰ ῥήματα τῆς ἀρχαίας ἢ λόγιας γλώσσας, ποὺ ἀρχίζουν μὲ «ρ», στοὺς ἱστορικοὺς χρόνους τους. (παρατατικό καὶ ἀόριστο).
π.χ. ῥίχνω/ῥίπτω -  ἔρριξα (ὁ κύβος ἐρρίφθη)
       ῥέω - ἔρρεα κ.λπ.


3. Μὲ διπλὸ «ῥ» γράφονται καὶ σύνθετες λέξεις, τῶν ὁποίων τὸ α´ συνθετικὸ λήγει σὲ νῦ, «ν»
π.χ. ἐν+ -ῥινος => ἔρρινος,
       πάλιν + -ροια(<ῥοή) => παλίρροια,
       πᾶν + ῥήσις => παρρησία κ.λπ.


*Ἀπὸ τὶς σύνθετες ἐξαιροῦνται λέξεις στὶς ὁποῖες τὸ α´ συνθετικό λήγει μὲ κάποιο μακρὸ φωνῆεν (η, ω) ἢ δίφθογγο/δίψηφο φωνῆεν (ει, οι, αι, ευ, υι κ.λπ.) καὶ λόγῳ τῆς μακρότητας ποὺ ὑπάρχει ἐκλείπει τὸ δεύτερο «ῥ».
ἔτσι: εὔρωστος (ἀλλὰ  ἄρρωστος), εὔρυθμος (ἀλλὰ ἄρρυθμος) κ.λπ.
 Ἀκόμα ἐξαιροῦνται λέξεις, ποὺ ξεκινοῦν μὲ «ῥ» ἀλλὰ εἶναι ξένες, ὡς ἐκ τοῦτου δὲν ἔχουν δασεία στὸ «ῥ», κάτι τὸ ὁποῖο ὑπῆρχε στὴν ἀρχαία ἑλληνική.
π.χ. ἐσώρουχο ὄχι ἐσώρρουχο (ροῦχο<μσν. ροῦχον <σβλαβ. ruho)

Μετρό (αντιδάνειο)

ΜΕΤΡΟ<métro< métropolitain< chemin de fer métropolitain (= μητροπολιτικὸς σιδηρόδρομος)< μητρόπολις

  Τὸ μετρὸ ἢ ἑλληνιστὶ μητροπολιτικὸς σιδηρόδρομος εἶναι τὸ ἡλεκτρικὸ σιδηροδρομικὸ δίκτυο τὸ ὁποῖο ὑπάρχει μέσα σὲ μία μεγαλόπολη, διευκολύνοντας τὴν μετακίνηση τῶν ἀνθρώπων ἐντὸς αὐτῆς. Ἄλλωτε εἶναι ὑπόγειος, ἄλλωτε ἰσόγειος καὶ ἄλλωτε ὑπέργειος. 
  Στὴν Ἑλλάδα, πρὸς στιγμὴν ὑπάρχει μόνο ἕνα τέτοιο δίκτυο στὴν Ἀθήνα τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ὑπόγειο σιδηρόδρομο καὶ αὐτὸ ποὺ ἀποκαλοῦν οἱ πολλοί «Ἡλεκτρικό», ὁ ὁποῖος εἶναι καί ὑπόγειος καί ἱσόγειος καί ὑπέργειος, λειτούργησε δὲ ἀπὸ τὸ 1869 ὡς μέσο σύνδεσης Πειραιῶς καὶ Ἀθηνῶν. Ὑπάρχει καὶ ὁ προαστιακός, βέβαια.



Περὶ κλίσης ξένων λέξεων...

Πολλὲς ξένες λέξεις εἰσχώρησαν καὶ εἰσχωροῦν στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (ἂν καὶ τὶς περισσότερες φορὲς εἶναι περιττὲς καθὼς ὑπάρχουν ἀντίστοιχες ἑλληνικὲς) Ὅμως, παλαιότερα ὑπῆρχε ἡ ἀντίληψη ὅτι τὶς ξένες λέξεις δὲν πρέπει νὰ τὶς κλίνουμε, καθ᾿ ὅτι δὲν εἶναι ἑλληνικές. Ἔτσι μᾶς μάθαιναν καὶ στὸ σχολεῖο. 


Ὅμως, στὸ σχολεῖο καὶ ἄλλα περὶ τῆς γλώσσας μαθαίναμε, ἀλλὰ ἦταν λανθασμένα. (π.χ. παλικάρι, ἀγόρι κ.ἀ. ποὺ κανονικὰ εἶναι : παλληκάρι, ἀγώρι κ.ἀ.) Αὐτὸ τὸ ἔχει ἐπικρίνει καὶ ὁ κος Μπαμπινιώτης, θεωρώντας ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἕνας ἐξορθολογισμὸς στὴν σχολικὴ γραμματικὴ καὶ ὀρθογραφία.


Ὅσον ἀφορᾶ στὴν κλίση τῶν λέξεων, ὁ κος Μπαμπινιώτης (κάτι ποὺ ἐνστερνίζομαι ἀκράδαντα) ἐξέφρασε τὴν ἄποψη ὅτι ἐφ᾿ ὅσον οἱ ξένες λέξεις (καὶ ὀνόματα) μποροῦν νὰ ἐνταχθοῦν στὸ ἑλληνικὸ κλιτικὸ σύστημα, (ἔχουν δηλαδή ἑλληνικὴ κατάληξη) μποροῦν νὰ κλίνονται κανονικά. Πόσο μᾶλλον ἂν ἔχουν περάσῃ στὴν καθημερινὴ ὁμιλία.
π.χ. 
τὸ παλτὸ (γαλ. palteau), τοῦ παλτοῦ... τὰ παλτά, τῶν παλτῶν... κ.λπ. 
ἡ πόρτα (ιτ. porta) τῆς πόρτας, τὴν πόρτα... οἱ πόρτες; τῶν πορτῶν... κ.λπ.
(τ)ὁ στυλό(ς)[<τὸ ἀρσενικὸ γένος ἀπὸ ἔλξη πρὸς τὸ «ὁ στυλογράφος»], τοῦ στυλοῦ...κ.λπ.
τὸ μετρό, τοῦ μετροῦ...κ.λπ.
τὸ πάρτι, τοῦ παρτιοῦ... τὰ πάρτια, τῶν παρτιῶν...κ.λπ (ὅπως, τὸ γλέντι, τοῦ γλεντιοῦ... τὰ γλέντια κ.λπ.)
ὁ Τώμας, τοῦ Τώμα... κ.λπ.
ἡ Μόνικα, τῆς Μόνικας.... κ.λπ.


*Στὴν ἀρχαιότητα ἔκλιναν κανονικὰ ὅλες τὶς λέξεις καὶ τὰ ὀνόματα, ἑλληνικὰ καὶ μή... Βέβαια, τὶς περισσότερες φορὲς -ὅπως καὶ πρὶν ὡρισμένα χρόνια- ἐξελλήνιζαν τὶς λέξεις καὶ τὰ ὀνόματα, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ τὰ μιλοῦν ἐυκολώτερα, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ τὰ φέρουν πιὸ κοντὰ στὸν δικό τους πολιτισμικὸ χαρακτήρα.
π.χ. ὀνόματα ὅπως: Ἱησοῦς, Ἰωάννης καὶ ἄλλα ἐβραϊκὰ ὀνόματα ἢ περσικά(π.χ. Ξέρξης, Δαρεῖος, κ.ἀ.), ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλης γλώσσας.
   στὰ νεώτερα χρόνια: Βολταῖρος, Βάκων, Νεύτων, Σακεσπῆρος, κ.ἀ.


Εἶναι, λοιπόν, ἡ μὴ κλίση λέξεων σὰν μία μορφὴ ὑποκριτισμοῦ ἀπέναντι στὴν ἴδια τὴν γλῶσσα, ποὺ ἔχει μία μοναδικὴ τάση νὰ κλίνῃ τὶς λέξεις, γιὰ νὰ διαφοροποιῇ τροπικότητες, ποὺ εἶναι σπάνιο φαινόμενο σὲ ἄλλες γλῶσσες. Καὶ αὐτὸ ὠθεῖ πολλὲς φορὲς νὰ ξεχνᾶμε καὶ αὐτὲς ποὺ κλίνονται ἐκ δημιουργίας τους, καθὼς εἶναι ἑλληνικότατες, ἐπειδὴ θεωρεῖται τάχα περίεργο ἀκουστικά.


π.χ. τὸ τάβλι, τοῦ ταβλι, τὰ τάβλι... ἐνῷ εἶναι τὸ τάβλι, τοῦ ταβλιοῦ (ἢ καὶ ταβλίου)... τὰ τάβλια, τῶν ταβλιῶν (ἢ καὶ ταβλίων)...