Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

ΓΟΥΔΗ ἢ Γουδί

Συχνότατο λάθος γιὰ τοὺς μὴ γνῶστες τῆς ἱστορίας, ποὺ συχνά-πυκνά κάνουν τὴν λανθασμένη σύνδεση τοῦ τοπωνυμίου τῆς Ἀττικῆς «Γουδή»  μὲ τὸ ἀντικείμενο «γουδί».

Ἡ τοποθεσία «Γουδή», γιὰ τὴν ὁποία ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ κράτος (!) εἶχε σφάλει, γραφόταν στὶς πινακίδες ὡς «Γουδί» μέχρι πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια (2006) ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς ἐκκλίσεις ἀνθρώπων, ποὺ γνωρίζουν τὴν ἱστορία τῆς ὀνομασίας, ἔγινε ἡ διόρθωση. Πρόκειται γιὰ ὀνομασία ποὺ ἐδόθη στὴν περιοχή («πεδίον τοῦ Γουδή» ἔπειτα «πεδίον Γουδή») , ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖτο ὡς πεδίο στρατιωτικῶν ἀσκήσεων. Μὲ τὰ χρόνια ἡ περιοχὴ οἰκοδομήθηκε καὶ ἔμεινε ἡ ὀνομασία «Γουδή». Γνωστὸ εἶναι καὶ τὸ Κίνημα στὸ Γουδή τῷ 1909.

Γιατὶ Γουδή;
Ἡ οἰκογένεια Γουδὴ ἦταν μία ναυτικὴ οἰκογένεια ἀπὸ τὶς Σπέτσες, ἡ ὁποία βοήθησε κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ἐπανάσταση τοῦ 1821. Πρὸς τιμὴν αὐτῆς λοιπὸν ὀνομάστηκε «πεδίον τοῦ Γουδή».

Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως «γουδί»:

γουδί < μεσν. γδί(ν) <μεσν. ἰγδίον < ἀρχ. ἰγδίς /ἰγδίον



Καμμία σχέση, λοιπόν, ἀνάμεσα σὲ αὐτὰ τὰ δύο. Τώρα ὅσον ἀναφορά στὴν κλίση τῆς τοποθεσίας, δὲν μπορεῖ φυσικὰ νὰ λαμβάνεται ὡς οὐδέτερο, ἂν καὶ ἡ γλῶσσα ἔχει τὴν τάση, ἐδὼ πρόκειται γιὰ τὴν διατήρηση τῆς ἱστορικῆς μνήμης καὶ ὄχι γιὰ ὑποκριτισμοὺς ἀπέναντι στὴν γλῶσσα. (π.χ. τὸ παλτὸ - τὰ παλτὸ ἀντὶ τὰ παλτά)

Τὸ πιὸ εὔλογο εἶναι νὰ γίνεται κάτι ἀνάλογο ὅπως σὲ ἄλλες τοποθεσίας παρομοίου ὀνόματος. Σὰν νὰ σκεφτόμαστε «πεδίον Γουδή» καὶ νὰ παραλείπουμε τὸ «πεδίον».

π.χ. μένω/πάω στοῦ Γουδή, (ὅπως, στοῦ Ζωγράφου)
                καὶ   στὸ Γουδή




Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

τὰ ΜΑΚΡΑ, τὰ ΒΡΑΧΕΑ καὶ ἡ ΠΕΡΙΣΠΩΜΕΝΗ


Ἡ γνώση βραχέων καὶ μακρῶν φωνηέντων βοηθᾶ στὴν γνώση τονικότητας τῆς λέξης καὶ μετέπειτα στὴν ἀναγνώριση συλλαβῶν ποὺ θὰ περισπαστοῦν.

Ἐν πρώτοις ἔχουμε:

Μακρά φωνήεντα: η, ω

Βραχέα φωνήεντα: ο, ε

Δίχρονα φωνέντα: α, ι, υ (εἶναι ἄλλοτε μακρά, ἄλλοτε βραχέα)
Τὰ δίχρονα εἶναι πάντα μακρόχρονα ἐκτὸς ὅταν συντελοῦν οἱ παρακάτω συνθῆκες:

Α´) Τὰ ι, υ εἶναι βραχέα, ὅταν βρίσκονται στὴν παραλήγουσα ὀνομάτων (οὐσιαστικά, ἐπίθετα, ἀντωνυμίες, μετοχές) καὶ ῥημάτων, ἄρα ὀξύνονται. [ἐξαιρεῖται τὸ ὄνομα «Κωνσταντῖνος», ποὺ εἶναι λατινικὸ ἐξελληνισμένο ὄνομα]
Β´) Τὸ α εἶναι βραχύ:
α´) στὴν λήγουσα οὐδετέρων (π.χ. τὸ κλῆμα) καὶ θηλυκῶν (ἐκτὸς ἂν ᾖναι σὲ γενικὴ ἢ δοτική ἑνικοῦ καὶ πληθυνιτκοῦ ἢ αἰτιατικὴ πληθυντικοῦ)
β´) στὴν ἄτονη λήγουσα τῆς ὁριστικῆς ῥημάτων (π.χ. εἶπα)
γ´) στὴν παραλήγουσα ῥημάτων ἐκτὸς ἀπὸ τὶς καταλήξεις: -αμαι, -ασαι, -αται, -αμε, -ατε, -ανε
(π.χ. πάρε ἀλλὰ πᾶμε)


Δίγθογγοι: ἔχουμε τους κύριους διφθόγγους: αι, ει, οι, υι καὶ αυ, ευ, ηυ, ου (δίφθογγοι καταχρηστικοί ᾳ, ῃ, ῳ). Γενικῶς, οἱ δίφθογγοι εἶναι μακρόχρονοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ «αι» καὶ τὸ «οι», ποὺ εἶναι βραχύχρονοι ὅταν εἶναι ἐντελῶς στὸ τέλος ἀσυναίρετης λέξης. (π.χ. οἱ κῆποι ) Ἐκτὸς ἂν στὴν ἀρχαία κυρίως βρίσκονται στὴν κατάληξη εὐκτικῆς ἢ ἐπιρρημάτων ἢ ἐπιφωνημάτων. (π.χ. παιδεύσαι, οἴκοι, παπαῖ... κ.ἀ.)
Θέσει καὶ φύσει μακρόχρονη συλλαβη:

Φύσει μακρόχρονη εἶναι ἡ συλλαβή ποὺ ἔχει μακρόχρονο φωνῆεν ἢ δίφθογγο.
Θέσει μακρόχρονη εἶναι ἡ συλλαβή ποὺ ἂν κι ἔχῃ βραχύχρονο φωνῆεν, αὐτὸ ἀκολουθεῖται ἀπὸ δύο ἢ περισσότερα σύμφωνα ἢ ἕνα ἀπὸ τὰ διπλά ζ, ξ, φ. (π.χ. θερ-μός, τό-ξο)


Ἡ περισπωμένη τίθεται:

α´) Ὅταν ἡ τονιζόμενη μακρόχρονη παραλήγουσα προηγεῖται μίας βραχείας λήγουσας.
π.χ. φῆμες, σῶσε.

(ἐξαιροῦνται: ὥστε, οὔτε, μήτε, εἴτε, εἴθε)

β´) Στὴν τονιζόμενη μακρόχρονη λήγουσα τῶν ῥημάτων.
π.χ. ἀγαπᾶς, ζητᾶς, κινεῖς.

γ´) Στὴν τονιζόμενη γενικὴ καὶ δοτική (ἑνικοῦ καὶ πληθυντικοῦ) οὐσιαστικῶν, ἐπιθέτων, ἀντωνυμιῶν.
      π.χ. τῆς κλοπῆς, τῶν ληστῶν, αὐτῶν, τῷ Θεῷ

 δ´) Σὲ ἀντωνυμίες : ἐμεῖς, ἐμᾶς, μᾶς, ἐσεῖς, ἐσᾶς, σᾶς

ε´) Στὰ κύρια ὀνόματα σὲ -ᾶς ἀλλὰ καὶ ἄλλα : Λουκᾶς, Πειραιᾶς, Ἰησοῦς, Ἡρακλῆς κ.ἀ.

[ς´) γενικῶς στὶς τονιζόμενες συνῃρημένες συλλαβές (στὰ ἀρχαῖα εἶναι πιὸ διαχωρισμένο αὐτό, καθὼς ὑπάρχει πλήθως συναιρέσεων, ποὺ στὴν νέα ἑλληνικὴ δὲν διαφαίνονται τόσο, γιατὶ οἱ ἀσυναίρετοι τύποι δὲν ὑφίστανται πιά. π.χ. οἱ ἐπιμελεῖς < ἐπιμελέες)]

ΠΑΡΑΘΕΤΙΚΑ: -ΟΤΕΡΟΣ, -ΟΤΑΤΟΣ ἢ -ΩΤΕΡΟΣ, -ΩΤΑΤΟΣ


Τὰ δευτερόκλιτα ἐπίθετα ποὺ ἔχουν παραθετικά σὲ «-ότερος» καὶ «-ότατος», ἂν ἔχουν τὴν προηγούμενη συλλαβή τους θέσει ἢ φύσει μακρόχρονη, τότε διατηροῦν τὸ «ο»· τὸ ἐκτείνουν σὲ «ω», ὅταν ἡ προηγηθεῖσα συλλαβὴ εἶναι θέσει ἢ φύσει βραχύχρονη.

Ἔτσι: ξηρός ξηρό-τερος ξηρό-τατος

ἀλλά: νέος νεώτερος νεώτατος


Ὑπάρχουν, βέβαια, καὶ περιπτώσεις ὅπου ἡ μακρότητα δὲν διαφαίνεται καὶ αὐτὸ γίνεται στὴν περίπτωση τῶν δίχρονων φωνηέντων. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, λοιπόν, ὅτι:

Ι. Εἶναι μακρόχρονο τὸ δίχρονο στὴν παραλήγουσα:
α´) σὲ ἐπίθετα σὲ «-ος» τῶν ὁποίων τὸ β´ συνθετικὸ εἶναι μία ἀπὸ τὶς λέξεις:
θυμός, κίνδυνος, κῦρος, λύπη, νίκη, τιμή, ψυχή.
π.χ. εὔθυμος – εὐθυμότερος, ἔντιμος – ἐντιμότερος
β´) στὰ ἐπίθετα: ἀνιαρός, ἄκρατος, ἰσχυρός, λιτός, τρανός, φλύαρος, ψιλός κ.ἀ.
π.χ. ἰσχυρότερος

ΙΙ. Εἶναι βραχύχρονο τὸ δίχρονο στὴν παραλήγουσα:
α´) στὰ ἐπίθετα ποὺ λήγουν σέ: «-ιος», «-ικος», «-ιμος», «-ινος»
π.χ. τίμιος – τιμιώτερος, χρήσιμος – χρησιμώτερος
β´) ὅσων λήγουν σέ «-αρος» (ἐκτὸς τῶν: ἀνιαρός, φλύαρος, λαρός, ψαρός)
π.χ. καθαρός – καθαρώτερος

γ´) ὅσων λήγουν σέ «-υρος» (ἐκτὸς τοῦ: ἰσχυρός)
π.χ. ἀλμυρός - ἀλμυρώτερος

δ´) ὅσων λήγουν σέ «-αλος» καὶ «-ανος»
π.χ. ἁπαλός – ἁπαλώτερος , πιθανός – πιθανώτερος

ε´) στὰ ἐπίθετα : ἀγαθός*, ἀγλαός, ἄκριτος, ἄδικος, δυνατός, ἥσυχος, ἰταμός, ὀλίγος* κ.ἀ.

ΙΙΙ. Τὰ φαινομενικὰ βραχύχρονης παραλήγουσας «ξένος», «κενός», «στενός» ἔχουν παραθετικά σὲ «-ότερος» , «-ότατος» καθὼς εἶχαν παλαιότερους τύπους σὲ κενϝος, ξενϝος, στενϝος (ἔτσι οἱ συλλαβές εἶναι θέσει μακρόχρονες)
ἄρα: στενός ἀλλὰ στενότερος




*Τὰ «ἀγαθός» καὶ «ὀλίγος» ἔχουν βραχύχρονο τὸ δίχρονο τῆς παραλήγουσας, ἀλλὰ ἔχουν ἀνώμαλους τύπους στὰ παραθετικά τους στὴν ἀρχαία ἑλληνική. Στὴν νέα, ὅμως, κανονικά:
ἀγαθός – ἀγαθώτερος, (ὀ)λίγος – λιγώτερος

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΗΡΟΠΗΓΙΟΥ


Ἂν καὶ ὡς β´ συνθετικὸ μπορεῖ νὰ ἔρχεται ἡ λέξη «πηγή», ἡ λέξη «κηροπήγιο» ἐτυμολογεῖται ὡς ἐξῆς:

ἀρχ. «κηρός» (=κερί) + ἀρχ. «πήγνυμι» (=πήζω, στερεώνω)



«ΚΑΨΩΝΙ» ὄχι «ΚΑΨΟΝΙ»


Ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης τὸ δικαιολογεῖ.

Καψώνι< καψώνω < καυσόω , -ῶ

«ΥΠΕΡ ΤΟ ΔΕΟΝ» ὄχι «ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΔΕΟΝΤΟΣ»


Ἡ ἐμπρόθετη φράση «ὑπέρ τὸ δέον» ἐκφράζει τὴν ὑπέρβαση καὶ ἔτσι τὸ ὑπὲρ συντάσσεται μὲ αἰτιατικὴ γιὰ αὐτὴ τὴν δήλωση.

Στὶς συνηθέστερες ἐμπρόθετες φράσεις τὸ ὑπέρ συντάσσεται μὲ γενική, ὥστε νὰ δηλώσῃ τὴν ὑπεράσπιση. π.χ. ὑπέρ τῶν ἀγώνων τῆς πατρίδας, ὑπέρ τοῦ δικαίου κ.ἀ.

Ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ τὰ συγχέουμε.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ἢ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ;


Ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται κανονικὰ ὡς «τέσσερεις» καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο ἀριθμιτικό «τέσσαρες» τὸ ὁποῖο ἐπηρεαζόμενο ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο «τρεῖς» μεταπλάστηκε σὲ «τέσσερεις».

ΤΕΤΡΑΔΙΟ...


Ἔχετε ἀναλογισθεῖ ἀπὸ ποῦ μπορεῖ νὰ προέρχεται ἡ λέξη; Ποιά ἡ ἐτυμολογία της;

Κατὰ τὸν 4° μ.Χ. Αἰώνα τετράδιον ὀνομαζόταν ἡ περγαμηνὴ ποὺ εἶχε διπλωθεὶ στὰ τέσσερα.

τετράδιον< (ἡ) τετράς, - άδος

«ΣΦΗΚΑ» ἤ «ΣΦΙΓΓΑ»


Συχνότατο λάθος ἡ ὀρθοφώνηση σὲ αὐτὰ τὰ δύο παρώνυμα.

«Σφήκα» (<σφήξ , σφηκός) εἶναι τὸ ἔντομο, ἐνῷ «Σφίγγα» εἶναι τὸ μυθολογικὸ πλάσμα, ποὺ ἔθετε γρίφους σὲ περαστικούς.

Ἡ ἔννοια τῆς ὀνομασίας ἑνὸς ἀτόμου ὡς «σφίγγας», ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ μυθολογικὸ πλάσμα, καθὼς δηλώνεται γιὰ ἄτομα μυστικοπαθή, ποὺ δύσκολα ἀποκαλύπτουν διαθέσεις καὶ προθέσεις τους.

π.χ. Σφίγγα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος· κουβέντα δὲν τοῦ παίρνεις.

«ΞΕΝΗΤΕΙΑ» ὄχι «ΞΕΝΗΤΙΑ»


Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ μεσαιωνικὸ ξενητεία μὲ μεταφορὰ τοῦ τόνου στὴν λήγουσα, ὅπως ἔγινε καὶ ἄλλες παρόμοιες λέξεις π.χ. δουλεία > δουλειά, ὑγιεία> ὑγειά> γειά, ἐσοδεία> σοδεία > σοδειά
Ἄρα:


Ξεκουμπίζομαι...


Γιὰ αὐτὴ τὴν λέξη εἶναι δύσκολο νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὴν ἐτυμολογία τῆς ἐκ πρώτης ὄψεως, καθὼς περισσότερο φέρνει στὸν νοῦ τὴν λέξη «κουμπὶ» παρὰ τὸ «κομίζω» ἀπὸ ὅπου καὶ προέρχεται.

Συγκεκριμένα:

ξεκουμπίζομαι <ἐκκομίζω (= ἀπομακρύνω) < ἐκ + κομίζω

ΤΟ ΠΡΟΘΗΜΑ «ξε-» «ξ-»


«ξε-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκικνᾶ μὲ σύμφωνο. π.χ. ξε-βάφω
«ξ-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκινᾶ μὲ φωνῆεν. π.χ. ξ-οδεύω

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δημοφιλὴ προθήματα στὴν νεοελληνική γλῶσσα καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ εὔχρηστα.
Συγκεκριμένα, εἰσάγετε πρὸς δήλωση:
[ἔμπροσθεν ῥημάτων καὶ οὐσιαστικῶν]
α´) Στέρησης τῆς ἰδιότητας τῆς λέξης στὴν ὁποῖα θέτεται. π.χ. ξεκάνω, ξεκουρδίζω.. κ.ἀ.
β´) Ἐπιτακτικότητας. π.χ. Ξακουστός (= πολύ ἀκουστὸς), ξελιγώνω,.. κ.ἀ.
γ´) Ῥήματα ποὺ δείχνουν παραμονή γιὰ κάποιο χρονικό διάστημα. π.χ. ξεχειμωνιάζω
[γενικῶς]
δ´) Σπάνια, λήξη ἰδιότητας. π.χ. παππάς, ξε-παππάς
ε´) Σὲ ἐκφράσεις ὀργῆς, ἀδιαφορίας, ἀναγκαστικῆς συγκατάθεσης. π.χ. «Δὲν ἔχει μά καὶ ξε-μά.» «Τρελός, ξε-τρελός, αὐτὸς εἶναι.»

Ἐτυμολογία:

Τὸ πρόθημα «ξε-» συναντᾶται γιὰ πρώτη φορά τὸν μεσαίωνα καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία πρόθεση ἐκ / ἐξ. Καὶ προέκυψε:
α´) Ἀπὸ σίγηση τοῦ ἀρχικοῦ «ε» τῆς πρόθεσης π.χ. ξ-ανοίγω < ἐξ- ανοίγω
β´) Ἀπὸ τοὺς παρελθοντικοὺς χρόνους ὅπου ἐμφανιζόταν καὶ λόγῳ τῆς αὔξησης τὸ «ε» ὡς ἔνθημα (π.χ. ξε-πέφτω < ἐξ- έπεσα < ἐκ- πίπτω) καὶ στὴν συνέχεια ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ παρελθοντικοῦ τύπου μεταπλάστηκε καὶ ὁ ἐνεστωτικός.

«ΝΗΣΤΗΣΙΜΟ» ὄχι «ΝΗΣΤΙΣΙΜΟ»


Συχνὸ λάθος γίνεται στὴν ὀρθογραφία τῆς λέξης «νηστήσιμο». Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «νηστεύω»· μὲ θέμα «νηστ-» καὶ τὸ ἐπίθημα «-ήσιμος», ἄρα τὸ ὀρθόν εἶναι «νηστήσιμος»  

«ΝΗΝΙ» ὄχι «ΝΙΝΙ»


Ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται μὲ «η» καθὼς προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαιοελληνικό «νῆνις»
Ἀναλυτικότερα:

νηνί < μεσν. νηνίον [=κούκλα]< νῆνις (ἢ καὶ νεανίς) [=νεαρή, νεανίδα]