Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

ΤΑΞΙ!!! (αντιδανειο)

TAXI (ταξὶ)<συντ. taximetre (cab) < γαλ. taximètre <γεϱμ. taxameter< λατ. taxa+meter 


*taxa (=φόϱος) <ἀϱχ.ἑλ. τάξις (= ὁ κατ᾿ ἀναλογίαν καθοϱισμὸς φόϱου, βάσει τῆς πεϱιουσίας). 

 *meter < μετϱάω-ῶ

 

ταξίμετϱο: μετϱητὴς φόϱου, ποὺ ὑπῆϱχε μέσα στὸ συγκεκϱιμένο μέσο καὶ ποὺ ἔδωσε τὸ ὄνομά του καὶ στὸ ἴδιο στὴν ποϱεία.

Οὐδεὶς ἄσφαλτος!

ΆΣΦΑΛΤΟΣ:

 α´) ἀλάθητος, χωρὶς σφάλμα. <στερ. ἀ + θεμ. σφάλ- (σφάλλω) + -τος (ἐπίθεμα δυνατότητας) [ἀπὸ τὰ μεσαιωνικά χρόνια]

β´) εἶδος πίσσας. [μᾶλλον σιμιτικὴ λέξη. Λίμνη Ἀφαλτῖτις= ἡ Νεκρὰ Θάλασσα]

ΕΠΙΣΗΣ ὄχι ΕΠΕΙΣΗΣ

Τὸ «ἐπίσης» προέρχεται ἀπὸ τὸ ἀρχαῖο «ἐπ᾿ ἴσης< ἐπὶ ἴσης» σημαίνει: ἐξ ἴσου, παρόμοια, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο.
τίθεται: α´) ὡς ἀπόκριση σὲ εὐχή [π.χ. -Καληνύχτα.- Ἐπίσης] β´) ὡς συμπλήρωση σὲ κάτι μὲ ἄλλο ἰσοδύναμο στοιχεῖο [π.χ. Καὶ ὁ Γιάννης εἶναι ἐπίσης μαθητής.] γ´) ὡς μεταβατικὸς σύνδεσμος προσθέτει μία ἐπὶ πλέον ἰσότιμη ἢ σοβαρότερη πληροφορία. [π.χ. Ἐπίσης σᾶς θυμίζω ὅτι...]

ΩΑ καὶ ΩΤΙΑ!!!

Οἱ λέξεις /aftí/ καὶ /avγó/ εἶναι ἀρκετά δύσκολες γιὰ τοὺς γλωσσολόγους, καθώς ὁ τρόπος ποὺ σχηματίστηκαν ἦταν ἰδιόμορφος. Ἡ λέξη /avγó/ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἔκφραση: τὰ ὠά>ταωά (ἔγινε μία λέξη)>ταuά (τὸ ω /o/ προφέρθηκε ἀνάλφρο ου/u/)>ταγuά (συχνή ἡ προφορά τοῦ /u/ ὥς /γu/ με μετάθεση τοῦ /γ/ [*δὲς ὑαλί>γυαλί] )>ταuγά>ταvγά (μετά ἀπὸ συμφωνική προφορά τοῦ /u/ ὥς /v/ πρὶν ἀπὸ τὸ ἠχηρό σύμφωνο /γ/)>τ᾿ἀvγό (ὁ πληθυντικός ὑποχρέωσε καὶ τὴν ἀλλαγή τοῦ ἐνικοῦ) Στὸ /aftí/ ἔγινε παρόμοια ἀλλαγὴ ἀπὸ τὸν πληθυντικὸ: τὰ ὠτία>/tautía/>/tavtía/>/taftía/> /taftiá/ (φωτία>φωτιά) ἔπειτα μετέβη καὶ σὲ ἐνικό «τ᾿ αfτἰ».

Αὐτὲς οἱ μεταβολές ἔχουν νὰ κάνουν μὲ μία τάση τῆς γλῶσσας κατὰ τὴν ἀλεξανδρινή περίοδο, ποὺ ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ἄρσης τῆς προσωδίας, τῆς μουσικότητας ποὺ εἶχε ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Μιλοῦσαν τραγουδιστά, δηλαδή.

Γιὰ αὐτὲς τὶς δύο λέξεις, ὅλοι οἱ γλωσσολόγοι ὑποστηρίζουν αὐτὴν τὴν μεταβολή καὶ οἱ περισσότεροι ὑποστηρίζουν ὅτι ἐφ᾿ ὅσον ἡ μεταβολή ἔγινε ἐξελικτικὰ καὶ δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς μὲ δίφθογγο -αυ-, ὥστε νὰ προφερθῇ μὲ δίφθογγο καὶ νὰ γραφῇ ἔτσι (δηλαδή, αὐγό, αὐτί), προτιμότερη εἶναι ἡ ἁπλή γραφή (δηλαδή, ἀβγό, ἀφτί). 

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

ΥΦΑΛΟΣ, ΙΣΑΛΟΣ, ΕΞΑΛΟΣ....! (ετυμολογια/σημασια)

Ἕνα παράδειγμα γιὰ τὸ ὅτι ἡ ἴδια ἡ λέξη σοῦ λέει τὸ τί σημαίνει.


*Ὕφαλος: α´) βραχώδης προεξοχή τοῦ βυθοῦ, ποὺ ἴσα-ἴσα καλύπτεται ἀπὸ τὴν θάλασσα. β´) (στὰ πλοῖα «ὕφαλα») τὸ μέρος τοῦ πλοίου, ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας.


ὑφάλος < ὑφ᾿ ἁλός (τὸ "π" πρὶν ἀπὸ δασεία τρέπεται σὲ "φ") < ὑπὸ ἁλὸς (<(ἡ) ἁλς= ἡ θάλασσα): κάτω ἀπὸ τὴν θάλασσα.


*Ἴσαλος: (συνηθ. στὰ πλοῖα «ἴσαλα») ἡ γραμμὴ στὶς πλευρὲς τοῦ πλοίου στὸ σημεῖο, ποὺ αὐτὸ ἐφάπτεται μὲ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας.


ἴσαλος < ἴσος + ἅλς : ἴσο μὲ τὴν θάλασσα


*Ἔξαλος: (συνηθ. στὰ πλοῖα «ἔξαλα») τὸ μέρος τοῦ πλοίου, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν θάλασσα. [σπάνια λέγεται καὶ γιὰ τοὺς βράχους τῆς θάλασσας, ποὺ ἐξέχουν]


ἔξαλος < ἐξ(ἐκ) + ἁλς: ἐκτὸς τῆς θάλασσας

Ἡ μαγεία τῆς ἑλληνικῆς

Ἡ μαγεία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἔγκειται στὸ ὅτι οἱ ἴδιες οἱ λέξεις σοῦ δηλώνουν τὴν σημασία τους· τὸ μόνο, ποὺ πρέπει νὰ κάνῃ κάποιος εἶναι νὰ προσέξῃ τί τοῦ λὲν οἱ ἑκάστοτε λέξεις.


π.χ. ἄναυδος [< στερητικό* + αὐδή (=φωνή)] = χωρίς φωνή, ἄλαλος.
    
*("ν" χάριν εὐφωνίας, ὥστε νὰ μὴν συμπέσουν δύο φωνήεντα)


Καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ὡς πρὸς τὸ ὁποῖο ὑπερισχύει ἡ ἑλληνικὴ τῶν ἄλλων γλωσσῶν· ἡ πλειονότητα τῶν ξένων γλωσσῶν δὲν ἔχει στὶς λέξεις της τὴν δυνατότητα τῆς ἐρμηνείας μέσῳ τῆς ἴδιας τῆς λέξης, ἐπειδὴ συνήθως οἱ λέξεις προέρχονται ἀπὸ πολλὲς καὶ διαφορετικὲς ἐποχές, ἀπὸ ἄλλες γλῶσσες κ.λπ. καὶ αὐτὸ καθιστᾶ δύσκολη τὴν ἄμεση ἐρμηνεία. Στὰ ἑλληνικὰ, ὅμως, ἂν κάποις γνωρίζῃ τὰ συνθετικὰ τῶν λέξεων ἢ τὴν ρἱζα τους, (δηλαδή, γνώση ἀρχαίων, συνήθως) τότε μπορεῖ νὰ φτάσῃ πολὺ κοντὰ στὴν ἐρμηνεία τῆς λέξης, ἂν ὄχι νὰ βρῇ τὴν πλήρη ἔννοιά της.

«ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΗ» ὄχι «ΜΕΤΑΓΛΩΤΙΣΗ»

Ἂν καὶ λίγοι ἴσως τὸ κάνουν λάθος, πολλοὶ μπερδεύονται καθ᾿ ὡς ἀγνοοῦν τὴν λέξη.


Μεταγλώττιση< μετὰ (σημαίνει τὴν ἀλλαγή) + γλῶττα 


*μετὰ: ὡς συνθετικό, ποὺ δείχνει τὴν ἀλλαγὴ τῆς κατάστασης τοῦ ἀντικειμένου


*γλῶττα: ἂλλος τύπος τῆς «γλῶσσας»



Σημαίνοντας τὴν ἀλλαγή/μετατροπὴ τῆς γλώσσας. 

«ΑΓΩΡΙ» ὄχι «ΑΓΟΡΙ»

Η ετυμολογία τής λέξης «αγώρι» δίνει μόνη της την σωστή 

ορθογράφιση. 


ἀγώρι(ον) < ἄγωρο< ἄωρο< ἀ + ὥρα



ἀγώρι, λοιπόν, τὸ ἀνώριμο ὡς ἀρχή τῆς ἔννοιας, ποὺ ἔπειτα πῆρε τὴν εννοια τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ἀρσενικοῦ φύλου, λόγῳ τῆς ἀνωριμότητος τῆς ἠλικίας.

«ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ» ἢ «ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ»

Ἡ ὀρθότερη γραφή θεωρεῖται τὸ «καινούργιος» λόγῳ τῆς 

ἐτυμολογίας:




Καινούργιος< ἀρχ. καινουργὴς < καινὸν + ἔργον

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

ὁ διαχωρισμὸς τῶν ἐκφάνσεων τῆς βροχῆς στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα.

-(ὁ) ὑετός =ῥαγδαία καταϱϱακτώδης βϱοχὴ (<ὕει = βρέχει)



-(ὁ) ὄμβρος = βροχὴ μὲ διάρκεια



-(ἡ) ψεκάς = τὸ ψιχάλισμα.



Ἑλληνικὲς λέξεις, ποὺ ταξίδευσαν (μέρος δ´ )

λέξεις μὲ ἐλληνικὸ ἔτυμο:


OZON (ἀντιδ.)< γερμ. Ozon < ἀρχ. ὄζον : οὐδ. μτχ. τοῦ ῥ. ὄζω= βρομῶ, ἀναδίδω δυσοσμία.



ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ(ἀντιδ.)<γαλ. tourisme< tour (=σύντομη μετακίνηση μὲ ἐπιστροφή, κύκλους) <λατ. tornus <ἀρχ. τόρνος (=ἐργαλεῖο ξυλουργικὸ κινούμενο κατὰ περιφέρεια κύκλου, μὲ τὸ ὁποῖο ἀποστρογγυλοποιοῦνται ἀντικείμενα)



ΠΑΝΤΕΛΟΝΙ(ἀντιδ.)<πανταλόνι<ἰταλ. (πληθ.) pantaloni< Pantalone< Pantaleone < Πανταλέων <παντὸς + λέων 
[Πανταλόνε: ἥρωας τῆς κωμέντιας ντελάρτε, ὁ ὁποῖος φοροῦσε μακριές καὶ φαρδιές περισκελίδες]



ΒΕΣΤΙΆΡΙΟ(ἀντιδ.)<μεσν. βεστιάριον< λατ. vestiarium<λατ. vestis=ἔνδυμα < άρχ.ἑλ. ἑσθής, (-ῆτος) =ἔνδυμα. 

[βεστιάριο=α´) χῶρος θεάτρουἢ ἄλλης αἴθουσας, ὅπου
φυλάσσονται πανωφόρια, καπέλα κ.ἀ. τῶν θεατῶν ἢ τῶν καλεσμένων. β´) τὸ σύνολο τῶν ἐνδυμάτων ἑνὸς ἠθοποιοῦ ἢ θεάτρου. ΣΥΝ. γκαρνταρόμπα, ἱματιοθήκη]



ΤΖΎΡΟΣ [ἀντιδάνειο](=ἐμπορικὴ κατανάλωση, κύκλος ἐργασιών) 

τζῦρος <βεν. ziro (=γῦρος, κύκλος ἐπιχειρήσεων) <λατ. gyrus< ἑλληνιστ. γῦρος. 

[Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὀρθότερη ἡ ὀρθογραφία «τζῦρος» ἀπὸ τὸ «τζίρος».]



ΜΠΆΝΙΟ (ἀντιδάνειο)< ἰταλ. bagno < ὑστλατ. bannium < λατ. balneum < ballineum < ἀρχ. βαλανεῖον=λουτρὸ

Ω ΠΑΤΕΡ!

Συχνό λάθος γίνεται ὅσον ἀφορά στὴν λέξη «πατήρ». 

Ὁ ἱερέας τῆς ἐκκλησίας θεωρεῖται καὶ προσφωνεῖται πατέρας τοῦ ποιμνίου του, π.χ. πατέρας-Γεώργιος. Ἔχει μείνει στὴν καθημερινότητά μας νὰ τὸ λέμε κατὰ τὴν ἀρχαία μορφὴ τῆς λέξης καὶ ἔτσι προσφωνοῦμε: «Πάτερ Γεώργιε!» 

Ὅμως, στὴν ὀνομαστικὴ πολὺ λέν «πάτερ». (π.χ. ὁ πάτερ Γεώργιος) καὶ εἶναι λάθος, καθὼς τὸ «πάτερ» εἶναι κλητική. Τὸ σωστὸ εἶναι «ὁ πατήρ Γεώργιος» καὶ κλίνεται ὅπως καὶ στὰ ἀρχαῖα (ὁ πατήρ, τοῦ πατρός, τῷ πατρί, τὸν πατέρα, ὧ πάτερ, κ.λπ.) Θεμιτὸ βέβαια θεωρεῖται καὶ τὸ «ὁ πατέρας Γεώργιος», « τοῦ πατέρα Γεωργίου», κ.λπ.