Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

Περί «ΕΓΕΡΘΗΤΙ»...

Μιᾶς καὶ ἔχει καταντήσει καραμέλα λόγῳ τῶν ἡμερῶν αὐτὴ ἡ λέξη, ἂς δουμε καλύτερα καί τί σημαίνει καί πῶς κλίνεται ὀρθῶς.


Προέρχεται ἀπὸ τὸ «ἐγείρομαι» (= σηκώνομαι) καὶ τὸ «ἐγέρθητι» εἶναι ἡ προστακτικὴ τοῦ παθητικοῦ ἀορίστου «ἠγέρθην» ποὺ ἔχει ὡς ἐξῆς:


α´ ἑνικοῦ:     -
β´ ἑνικοῦ:  ἐγέρθητι
γ´ ἑνικοῦ:  ἐγερθήτω
α´ πληθ.        -
β´ πληθ.    ἐγέρθητε
γ´ πληθ.    ἐγερθέντων / ἐγερθήτωσαν




Ἑπομένως καὶ τὸ «ἐγέρθητω» ποὺ συχνὰ ἀκούγεται εἶναι ἐσφαλμένο καί ἀπὸ ἄποψη γραμματικὴ καί ὀρθογραφική. Γιατὶ ὁ τόνος εἶναι ἀλλοῦ. «Ἐγερθήτω», ἀλλὰ ἐπίσης ὅταν ἀναφερόμαστε ἄμεσα σὲ πολλοὺς χρησιμοποιοῦμε τὸ β' πρόσωπο πληθυντικοῦ «ἐγέρθητε», οὔτε «ἐγερθήτω» γιατὶ δὲν μιλᾶμε γιὰ κάποιον τρίτο σὲ κάποιον, ἀλλὰ εἶναι ἄμεση διαταγή, προσταγή, ἀλλὰ οὔτε καὶ «ἐγέρθητι» γιατὶ δὲν εἶναι ἕνας ποὺ ἀπευθυνόμαστε, οὔτε εἶναι κάποια ἀόριστη ἔκφραση, ποὺ χρησιμοποιεῖται σὲ κάθε περίπτωση, μά, ἕνα ῥῆμα μὲ προσωπα.