Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

ΝΤΟΥΖΙΕΡΑ... ἑλληνιστί...

«Καταιονιστήρας» ἡ ἑλληνικὴ λέξη ποὺ ἀποδίδει τὴν ξένη λέξη «ντουζιέρα».


Προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «καταιονίζω» (=ἐξακοντίζω νερὸ στὸ σῶμα)

καταιονίζω < καταιονάω-ῶ + -ιζω < κατὰ + αἰονῶ (=ὑγραίνω)


καταιονισμὸς = ντουζ, ρίψη νεροῦ στὸ σῶμα.