Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Α-ΔΕΛΦΟΣ... (ετυμολογια)

ἀδελφός< ἀ + δελφύς

Πρόκειται γιὰ τὸ «α» τὸ ἀθροιστικό. (ποὺ ἄλλωτε δασύνεται κι ἄλλωτε ὄχι) [π.χ. στὸ: ἅ-πας] καὶ τὴν λέξη «δελφύς» ποὺ σημαίνει τὴν μήτρα τῆς γυναίκας.

Ἄρα, «ἀδελφός» ἀυτὸς ποὺ ἔχετε βγεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια μήτρα.

Ἕνα παράδειγμα τῆς μαγείας τῆς ἑλληνικῆς ποὺ ἀπὸ μόνη της σοῦ δείχνει τὴν ἔννοια τῶν λέξεών της.



«ΤΙΤΤΥΒΙΖΩ» ὄχι «ΤΙΤΙΒΙΖΩ»

Τὸ «τιττυβίζω» (=κελαηδῶ) εἶναι ἀρχαία λέξη ἠχομιμητικὴ (ἀπὸ κάποιον φυσικό ἦχο δηλαδή) καὶ συγκεκριμένα τὸν ἦχο τῆς πέρδικας. (κάνω «τιττύ», δηλαδή) [σπάνια ὡς τιτυβίζω]


Ὑπάρχει καὶ τὸ «τιτίζω» στὴν ἀρχαιότητα γιὰ τὰ χελιδόνια, ἀλλὰ καὶ γενικῶς τὰ μικρὰ πουλιά.

ΛΟΞΥΓΓΑΣ...!

Ἡ λέξη αὐτὴ συχνά γράφεται λανθασμένα ὡς «λόξιγγας» ἢ  «λόξυγκας» ἢ «λόξιγκας». Ὅμως, ὀρθογραφεῖται «λόξυγγας». Ἂν καὶ ὑπάρχει ἀβεβαιότητα σχετικὰ μὲ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης· ὑπάρχουν δύο πιθανὲς ῥίζες.


α´) λώξυγγας <κλώξυγγας< κλῶξος (< κλώζω=κρώζω, κακαρίζω) + λύγξ [γενική: λυγγός< λύζω (=ἔχω λόξυγγα)]


β´) λόξυγγας <λύξυγγας < λύγξυγγας (< λύγξ + λάρυγγας)


Ἂν προέρχεται ἀπὸ τὴν πρώτη ἐκδοχή, τότε θὰ πρέπῃ νὰ ἀναγράφεται ὡς «λώξυγγας», ἐνῷ στὴν δεύτερη ὡς «λόξυγγας» (ἔπειτα ἀπὸ μετατροπὴ τοῦ «υ» σὲ «ο»). Λόγῳ τῆς ἀβεβαιότητας, ὅμως, εἶναι προτιμότερη ἡ ἁπλούστερη γραφή μὲ «ο».


Οἱ γραφές: λόξιγκας, λόξυγκας κ.ἀ. δὲν στέκουν ἐτυμολογικά.

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΠΡΟΙΚΑ

Ἡ λέξη «προῖκα» ἐτυμολογικὰ καὶ μόνο σημαίνει αὐτὸ ποὺ ἔρχεται ἐκ τῶν προτέρων, ἔχοντας ἔπειτα τὴν ἔννοια τοῦ δώρου ποὺ διδόταν πρὸ τοῦ γάμου.


ΠΡΟΙΚΑ< προίξ< πρὸ + θέμα «ἱκ» (< ἵκω*=ἔρχομαι) 






* Τὸ ῥῆμα «ἵκω» (δωρικά: εἵκω) ἔχει ὁμόρριζα ὅπως τά: ἱκανός, ἱκέτης, ἀφικνοῦμαι, ἄφιξη, κ.ἀ.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ σημαίνει...


Ἡ λέξη ἑστιατόριο ἄν καὶ κάποιος ἴσως τὸ παρετυμολογοῦσε μὲ τὸ ἐσθίω (τρώω)  προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «ἑστία» (=τὸ τζάκι) 

Ἡ λέξη «ἑστία» βέβαια, τὸ τζάκι, ἦταν ὁ βασικὸς καὶ κεντρικὸς χῶρος στὸ σπίτι καὶ γιὰ αὐτὸ σήμανε καὶ τὴν οἰκογενειακὴ συνοχή, τὸ σπιτικό, τὸ πνεῦμα τῆς οἰκογενειακῆς δομῆς. 

Ἀπὸ τὴν λέξη ἑστία προέκυψε τὸ ῥῆμα «ἑστιάω» = φιλοξενῶ
ἀργότερα πῆρε τὴν ἔννοια "φιλοξενῶ σὲ γεῦμα, συμπόσιο" καὶ ἔτσι προέκυψε ἡ λέξη :
«ἑστιά-τωρ», (θέτοντας τὸ ἐπίθημα -τωρ , ποὺ δηλώνει πρόσωπο)
αὐτὸς ποὺ φιλοξενεῖ, ποὺ προσκαλεῖ σὲ δεῖπνο, συμπόσιο. 

Καὶ ἐξ αὐτοῦ ὁ χῶρος στὸν ὁποῖο παρέθετε τὸ γεῦμα ὀνομάστηκε «ἑστια-τορ-ιο» ( θέτοντας τὸ ἐπίθημα -ιο, ποὺ δηλώνει τόπο/μέρος)

Ἀργότερα πῆρε τὴν ἔννοια τοῦ χώρου ὄπως τὸν ξέρουμε σήμερα.


Βέβαια, «ἑστίαση» σημαίνει τὴν παράθεση γεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπικέντρωση, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ κάτι, καθὼς ἡ λέξη «ἑστιάζω» ἔχει δώσει στὴν νεοελληνικὴ παράγωγα ποὺ καλύπτουν μαθηματικό, γεωμετρικό, φυσικό πεδίο ἐπιστήμης. (ἑστιακός φακός, ἑστιακὸ ἐπίπεδο κ.λπ.)

ΕΔΩΔΙΜΑ...

Ἐδώδιμα εἶναι τὰ τρόφιμα, τὰ φαγώσιμα, ὅ,τι μπορεῖ καὶ εἶναι κατάλληλο γιὰ φάγωμα.
π.χ. ἐδώδιμα μανιτάρια


Ἐτυμολογία:
ἐδώδιμο < ἐδωδή < ἔδω = τρώω 


Ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ «ἔδεσμα». Ὁμόρριζο μὲ τὸ ῥῆμα «ἐσθίω»(=τρώω)
τὸ ὁποῖο καμμία σχέση δὲν ἔχει μὲ τὸ ἑστιατόριο

ΒΑΛΑΝΟΣ... ΒΑΛΑΝΙΔΙ (ετυμολογια)


Ἡ λέξη «βάλανος» ἀρχικῶς δὲν σήμαινε τὸ ἄκρο τοῦ πέους, ἀλλὰ τὸ βαλανίδι (ἀργότερα καὶ βελανίδι). Ἀλλὰ λόγῳ τοῦ σχήματος αὐτοῦ τοῦ καρποῦ πῆρε καὶ τὸ ὄνομά της ἡ «βάλανος» (ἄκρη τοῦ πέους) ἤδη ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα χρόνια. 

Ἀκόμα δόθηκε λόγῳ τοῦ σχήματος ὄνομα «βάλανος» σὲ: α´) ὀστρακόδερμο, «τὸ μύδι», β´) ἀλλὰ καὶ «βάλανος» λεγόταν καὶ ἕνας πάσσαλος ποὺ ἔβαζαν στὸ πίσω μέρος τῆς πόρτας, σὲ μία ὀπή στὴν παραστάδα τῆς πόρτας, ποὺ τὴν κρατοῦσε κλειστή καὶ γιὰ νὰ ἀνοιχθῇ ἔπρεπε ὁ πάσσαλος αὐτὸς νὰ ἀνασυρθῇ μέσῳ ἑνὸς εἴδους κλειδιοῦ τῆς «βαλανάγρας» [<βάλανος + ἄγρα(=τὸ θήραμα, ἀπὸ τὸ «ἄγω»)]



Ἡ βάλανος< βάλ-λω (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ πέφτω, ἀρχικῶς φαίνεται ὅτι σήμαινε τὰ εἶδη τῶν καρπῶν ποὺ πέφτουν εὔκολα ἀπὸ τὰ δένδρα, μιᾶς καὶ ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἡ λέξη καὶ γιὰ τὸν «χουρμᾶ» καὶ γιὰ τὸ «κάστανο»)


Δεν συνδέεται μὲ τὸ βαλανεῖον (δὲς ἐδώ) μιᾶς καὶ ἂν προερχόταν ἀπὸ τὴν λέξη «βάλανος», τότε θὰ ἦτο «βαλάνειον», ἐπίσης ἐννοιολογικῶς δὲν μποροῦν νὰ συσχετιστοῦν «καρπὸς »-«λουτρό»

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΟΛΟ «ΜΠΕΣΤ-ΣΕΛΕΡ» ἀκούω... Ὑπάρχει ἑλληνική λέξη...

Ἀπὸ τὸ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ ἀγγλικὴ λέξη «μπέστ-σέλερ» εἶναι προτιμώτερο νὰ χρησιμοποιῇται ἡ ἀντίστοιχη ἑλληνικὴ λέξη, ποὺ εἶναι καὶ ἀρκετὰ εὔχρηστη.

ΕΥΠΩΛΗΤΟ< εὖ + πωλῶ

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

«ΓΛΕΙΦΩ» ἢ «ΓΛΥΦΩ»

ΓΛΕΙΦΩ < *γλείχω < ἐκ+λείχω (=γλείφω)


λείχω, λειχήν, λειχούδης, κ.λπ.


ΓΛΥΦΩ (= λαξεύω, χαράσσω)


γλύπτης, γλυπτό κ.λπ

ΚΑΥΛΟΣ... (!)

Καυλός = τὸ στελέχος τοῦ φυτοῦ ποὺ ἐξέχει ἀπὸ τὴν γή, ὁ κορμός τοῦ φυτοῦ.


Στὰ ἀρχαῖα: τὸ καλάμι ἢ σωληνοειδοῦς μορφῆς στέλεχος, λαβή ξίφους.


Ἐξ αὐτῆς τῆς λέξης καὶ οἱ νεοελληνικὲς λαϊκότροπες σεξουαλικὲς ἐκφράσεις, ὅπως:
καυλί, καύλα, καυλωνω, καυλιάρης κ.λπ.

«ΚΑΡΩΤΟ» ὄχι «ΚΑΡΟΤΟ»





Καρῶτο (ἀντιδ.)<ἰταλ. carota<λατ. carota< μτγν. καρωτόν< ἀρχ. ἑλ. κάρα (=κεφάλι)

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

ΛΥΚΟΦΩΣ... (<ΛΥΚΗ)



λυκόφως<λύκη+φῶς 
(τὸ ἀμυδρὸ φῶς πρὶν τὴν αὐγὴ καὶ μετὰ τὴν δύση)


ΛΥΚΗ =φῶς [ἀπαρχαιωμένη λέξη]
στὴν ἴδια οἰκογένεια καὶ τά: λευκός(=φωτεινός, λαμπρός, ἄσπρος), λύχνος, λυχνίτης, λυκάβας, λυκαυγές, luna (luc-na: λατ. σελήνη), lux (luc-s: λατ. φῶς)


λυκαυγές=ἡ αὐγή, ἡ χαραυγή, χάραγμα.
λυκάβας, -αντος (λύκη+βαίνω) : ἡ ὁδὸς τοῦ φωτός, ἡ τροχιὰ τοῦ ἡλίου, τὸ ἔτος.
[φράση:  αἱ λυκαβαντίδαι ὧραι= οἱ ἐποχὲς τοῦ ἔτους.]












[ὁ «λύκος» ἁπλὰ συνέπεσε ἀκουστικά· δὲν ἔχει ἐτυμολογικὴ συγγένεια.]




Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΣΕΛΑΣ








ΣΕΛΑΣ (τὸ) [γεν. τοῦ σέλαος]= λάμψη, λαμπερή φλόγα.








ὁμόρριζο μὲ τὰ: σελαγέω (=διαφωτίζω, άκτινοβολῶ..), σελήνη, 

σελασφόρος(=φωτοβόλος, λαμπροφόρος)

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΣΥΧΝΟ ΛΑΘΟΣ: ΣΥΝΗιΡΗΜΕΝΑ ΣΕ «-ΟΩ»


ΠΡΟΣΟΧΗ!


Ὑπάρχουν σήμερα συνῃρημένα ῥήματα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται σὲ λόγιο ὕφος καὶ χρήζουν κάποιας προσοχῆς, καθὼς εἶναι ἀρχαιοπρεπή. Πρόκειται γιὰ συνῃρημένα σὲ «-όω», ποὺ κυρίως τὰ τῆς ἐνεργητικῆς φωνῆς ἀνορθογραφοῦνται κατὰ κόρον.


(σὲ ἐνεργητική) πληρῶ, ἀξιῶ, ἐκπληρῶ, ἀπαξιῶ

(σὲ μεσοπαθητική) ὑποχρεοῦμαι, ἰσοῦμαι, καρποῦμαι... 


π.χ. πληροῖ τὶς προϋποθέσεις,

      ἀπαξιοῖ νὰ ἀπαντήσῃ

         
κ.λπ.

«ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ» ἢ «ΜΕΓΕΝΘΥΝΣΗ»

Τὸ «μεγέθυνση γράφεται ἢ προφέρεται συχνὰ ὣς «μεγένθυση» ἤ «μεγένθυνση». Ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὸ «ὡρίμαση» τὸ οὐσιαστικό παράγεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα, ἐπομένως πρέπει νὰ εἶναι ὅμοιο μὲ τὸ θέμα τοῦ ῥήματος μαζὶ μὲ τὸ ἐπίθεμα (κατάληξη) τοῦ οὐσιαστικοῦ.


Ἔτσι:
μέγεθος> μεγεθ-ύνω>μεγέθυν-ση




παρομοίως: ὁμαλός>ἐξομαλ-ύνω>ἐξομάλυν-ση
                   μῆκος> ἐπιμηκ-ύνω>ἐπιμήκυν-ση κ.λπ.

«ΩΡΙΜΑΣΗ» ἢ «ΩΡΙΜΑΝΣΗ»

Η λέξη «ὡρίμαση» παράγεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα «ὡριμάζω» καὶ ὅλα τὰ ῥήματα σὲ «-άζω» δίνουν οὐσιαστικά σὲ «-άση»
π.χ.  
       ἐκφράζω-ἔκφραση 
       παρουσιάζω-παρουσίαση   κ.λπ.


Ἡ κατάληξη «-άνση» ἀνήκει σὲ παράγωγα ῥημάτων μὲ κατάληξη «-αίνω».
π.χ. 
      θερμαίνω-θέρμανση
      ξηραίνω-ξήρανση
      σημαίνω-σήμανση    κ.λπ. 


Ῥῆμα «ὡριμαίνω» δὲν ὑπάρχει.

«ΤΣΥΜΑ-ΤΣΥΜΑ» ὄχι «ΤΣΙΜΑ-ΤΣΙΜΑ»


Τσῦμα-τσῦμα: 


α) ἄκρη-ἄκρη


β) μὲ δυσκολία, ἴσα-ἴσα, στὸ ὅριο. (πρόκειται γιὰ ἀντιδάνεια λέξη) τσύμα<ἰταλ. cima «κορυφή (βλαστοῦ), ἄκρη» <λατ. cῑma/cȳma «κύημα, νεαρὸς βλαστός» < ἀρχ. κῦμα, (ἄλλος τύπος γιὰ τὸ κύημα< κύω/κυέω)

ΣΚΟΛΙΩΣΗ....




Πρόκειται γιὰ δυσμορφία τῆς σπονδυλικῆς στήλης. 


Σκολίωση<σκολίωσις<σκολοῦμαι<σκολιός (=στραβός)

«Ἔχω ἀπαυδήσει» ὄχι «ἔχω ἀπηυδήσει»


Ἐπειδή πρόκειται γιὰ ῥῆμα λόγιο κυρίως, ἡ συχνή του χρήση στὸν 

ἀόριστο «ἀπηύδησα» ἔχει ἐπηρεάσει τὴν χρήση καὶ τῶν ἄλλων 

χρόνων λανθασμένα. Τὸ ῥῆμα εἶναι «ἀπαυδῶ» (ἀπαυδᾶς,

 ἀπαυδᾶ... ἀπηύδυσα...) καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἡ αὔξηση πρέπει νὰ 

προσέχουμε. Ἔτσι : ἔχω ἀπαυδήσει.




ΑΠΑΥΔΩ<ἀπὸ + αὐδή (=φωνή, ὀμιλία)

ΕΤΕΡΟΘΑΛΗΣ καὶ ΘΕΤΟΣ...

Ποιά ἡ διαφορὰ μεταξὺ «ἐτεροθαλῆς» καὶ «θετός»;


 Ἐτεροθαλή εἶναι τὰ ἀδέρφια, ποὺ ἔχουν τὸν ἕναν γονέα κοινό 


(ὑπάρχει γονιδιακὴ σχέση)


Θετὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ εἴτε προκύπτουν ἀπὸ ἕναν νέο γάμο εἴτε ἀπὸ 

υἱοθεσία. [δὲν ὑπάρχει (ἄμεση) γονιδιακὴ σχέση]