Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

ΜΠΑΝΙΟ (ετυμολογία ελληνική)




ΜΠΆΝΙΟ (ἀντιδάνειο)< ἰταλ. bagno < ὑστλατ. bannium < λατ.

balneum < ballineum < ἀρχ. βαλανεῖον=λουτρὸ


Βαλανεῖον πιθανῶς ἐτυμολογείται: 

<βαλανεῖον < βλύ(ζ)ω (=ἀναβλύζω/πλημμυρίζω) <φλύω < φλέω (=βρίθω/ἐκχειλίζω) 

[ἀπὸ ἴδια ῥίζα μὲ τὸ φλέω: φλέψ(-βός), ὁ φελλός,

 φαλλὸς > φάλλαινα (λόγῳ σχήματος)]



Ἔχει παρετυμολογηθεῖ ἐσφαλμένως μὲ τὴν "βάλανο", ὅμως 

οἱ λέξεις αὐτὲς μόνον μοιάζουν ἐλαφρῶς. (δες)


(Ἐδὼ κι ἄλλα ἀντιδάνεια)

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

ΚΟΚΚΥΓΑΣ (ἐτυμολογία)


 Ὁ κόκκυξ (τοῦ κόκκυγος) στὰ ἀρχαῖα 
ἑλληνικὰ ἦταν ὁ κοῦκκος, ἀπὸ ἠχομίμηση τῆς φωνῆς τοῦ πτηνοῦ "κοκκῦ" κατὰ τὴν ἀρχαία ἑλληνική καὶ ἔπειτα τοῦ ῥήματος "κοκκύζω". 


 Ὁ ἰατρὸς Γαληνὸς χαρακτήρισε τὴν συνωστεωμένη περιοχὴ ἀπόληξη τῆς σπονδυλικῆς στήλης ὡς κόκκυγα, λόγῳ τῆς ὁμοιότητας τοῦ ράμφους τοῦ κούκκου μὲ τὴν γαμψὴ κλίση τοῦ σημείου αὐτοῦ.

Λόγῳ τῆς προέλευσης ἀπὸ τὸν κόκκυγα ἡ λέξη "κοῦκκος" ὀρθογραφεῖται καλύτερα μὲ δύο κάππα. 

Ἐπίσης ἡ λέξη "κοκκύτης" γράφεται μὲ δύο κάππα καὶ ὗ ψιλον, λόγῳ σύνδεσης τοῦ ἔντονου βηξίματος μὲ τὴν φωνὴ ποὺ βγάζει ὁ κοῦκκος. ὑπῆρξε καὶ λέξη "κοκκυσμὸς" σημαίνουσα "βαριὰ φωνή."

ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ ἢ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ; ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ἢ ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ;

  

Πρόκειται γιὰ μία λέξη ποὺ ξεκίνησε νὰ χρησιμοποιεῖται στὴν Ρώμη, πρὶν τὴν δημιουργία τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Στὴν Ρωμαϊκη Σύγκλητο ὁ ὅρος princeps senatus (πρῖγκιψ συγκλητικὸς) σήμαινε τὸν πρῶτο τῆς συγκλήτου. Ἀργότερα τέθηκε ὁ ὅρος πριγκιπάτο καὶ ἔπειτα ὡς πρίγκιπες ἦταν διαχειριστὲς τῶν κρατικῶν μηχανισμῶν σὲ περίοδο θέρους, ἐορτῶν καὶ ἄλλων γεγονότων. Ὁ Αὐγουστος ὥρισε καὶ τὸν ἐαυτὸ του princeps μία περίοδο, ὡς ὁ πρῶτος τοῦ κράτους. Ἔτσι, ὁ ὅρος ἄρχισε νὰ παίρνει τὴν σημερινὴ μορφή, μὲ τὸν ὅρο νὰ σημαίνει μὲ τὴν πάροδο τὸν πρῶτο στὴν οἰκογενειακὴ διαδοχὴ ποὺ θὰ ᾖναι ὑπεύθυνος τῆς ἐξουσίας.

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΩΣ:

πρίγκιπας < πρῖγκιψ  < princeps <primoceps 
<primus (πρῶτος) + -ceps <capio = παίρνω/λαμβάνω

Ἐπομένως, αὐτὸς ποὺ πρῶτος λαμβάνει ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους.

Ἡ γραφὴ μὲ «η» προέκυψε λόγῳ τοῦ ὅτι πολλοὶ συσχέτησαν τὸ -e- στὴν κατάληξη τῆς λατινικῆς μὲ τὸ ἀντίστοιχο μακρὸ  «ε» στὰ ἀρχαῖα ἑλληνικὰ, τὸ «η», ὅμως, στὰ λατινικὰ πρόκειται γιὰ βραχὺ «e», ἐπομένως δὲν μπορεῖ νὰ μεταγραφῇ ὡς  «η».


Ἑνικός: 
ὀνομ. princeps
γεν.    principis
δοτ.    principi
αἰτ.    principem
κλητ. princeps

Πληθυντικὸς
principes
κ.λπ

 Φαίνεται ὅτι στὰ ἑλληνικὰ ἡ λέξη ἔγινε πρῖγκιψ καὶ στὴν ὀνομαστικὴ διατηρῶντας τὸ ἰσχυρὸ θέμα τῆς λατινικῆς λέξης prīncip- , στὴν ὁποία καὶ πάλι τὸ δεύτερο i  εἶναι βραχύ, ἐνῷ τὸ πρῶτο εἶναι μακρὸ ἐξ οὗ καὶ ἡ περισπωμένη.

Ἔτσι «πρίγκιπας», «πριγκίπισσα» καὶ ὄχι «πρίγκηπας»/«πριγκήπισσα»

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

ΤΑΞΙΔΙ ... (ἐτυμολογία) ΤΑΞΕΙΔΙ ἤ ΤΑΞΙΔΙ;

ΤΑΞΙΔΙ < ταξίδιον < τάξις + -ιδιον (ὑποκοριστικὸ ἐπίθημα) < ταξις εἶναι ἡ κατάταξη, ἡ διευθέτηση, ἡ κατανομή (ἐξ οὗ καὶ τάξις =ὁ φόρος)  καὶ ἐπίσης τὸ τάγμα (ἀπὸ τὴν ἔννοια τῆς κατάταξης) στὴν πορεία ἔγινε τάγμα ἐκστρατείας κι ἔτσι τὸ ταξίδιον  σήμαινε τὸ τάγμα ποὺ ἀπέστελλε ἡ πόλη γιὰ ἐκστρατεία, στὴν πορεία ἡ ἔννοια στενώθηκε στὴν ἴδια τὴν ἐκστρατεία, παίρνοντας στὴν πορεία καὶ τὴν σημερινὴ σημασία.  

Ἀργότερα, πολλοὶ ἄρχισαν νὰ γράφουν «ταξειδι», θεωρῶντας τὴν πραγωγὴ τῆς λέξης ἐσφαλμένως ἀπὸ τὸ θέμα τῆς γενικῆς «ταξε-ως», ὅμως, ἡ λέξη παρήχθη καθαρά ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ θέμα μὲ τὸ ἐπίθημα -ιδιον.