Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ἑλληνικὲς λέξεις, ποὺ ταξίδευσαν... (μέρος γ´ )

*CEMETERY< παλ. γαλ. cimitiere< λατ. coemeterium < ἀρχ. ἑλ. κοιμητήριον.



*CHURCH< παλ.Αγγλ. cirice< παλ.Γερμ.*kirika< ἑλ. Κυριακὴ 

[οἰκία] (οἶκος τοῦ Κυρίου) =Ἐκκλησία· ἡ λέξη "κυριακὸν" 

χρησιμοποιεῖτο ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς ἀπὸ τὸ 300 μ.Χ., ἂν καὶ 

λιγότερο ἀπὸ τὶς λέξεις :"ἐκκλησία" ϗ "βασιλικὴ" 



*COLLAGE/ΚΟΛΛΑΖ(ἀντιδ.)[ἑλληνιστί χαρτεπικόλληση.]< γαλ. 

collage< coller< colle< ἀρχ. κόλλα.


[παρομοίως καὶ τὸ ΚΟΛΛΑΝ]





*CHART<παλ.γαλ. charte< λατ. charta< ΧΑΡΤΗΣ (ἴδια καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς «κάρτας»)




*DISASTER<δυσ[οίωνος] άστὴρ. : καθ᾿ ὅτι ἡ εὐθύνη γιὰ μιὰ 

μεγάλη καταστροφὴ ῥιπτόταν στὴν δυσμενὴ θέση κάποιου 

πλανήτη.





*MARMELADE/ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ (ἀντιδ.)< γαλ. marmelade

 <πορτ. marmelada <marmelo (=κυδῶνι)< λατ. melimelum 

(=γλυκὸ μῆλο)< μελίμηλον (=βερίκοκο)< μέλι + μῆλον





«ΚΡΟΚΟΔΙΛΟΣ» ὄχι «ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΣ»

κροκόδιλος  (μὲ ἀνομοίωση) < κροκόδριλος< κρόκη (=χάλικας) + δρῖλος 

(=σκώληκας). Στὰ ἀρχαῖα ἡ σαύρα.



Πρόκειται γιὰ ἐσφαλμένη γραφὴ ποὺ προῆλθε κατὰ τὴν ἑλληνιστικὴ περίοδο. 
Ὁ Ἡρόδοτος ἔδωσε αὐτὸ τὸ ὄνομα στὴν μεγαλόσωμη σαύρα τοῦ 

Νείλου. Τὸ πλῆρες ὄνομα : κροκόδιλος ὁ ποτάμιος. Ἡ σαύρα 

θερμαινόμενη στὸν ἥλιο πάνω σὲ λείους λίθους (κρόκες).

«ΔΙΚΛΙΔΑ» ὄχι «ΔΙΚΛΕΙΔΑ»

Λόγῳ σύγχυσης μὲ τὴν λέξη «κλειδί».

Ὅμως, ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξης εἶναι αὐτή: 

δικλίδα < ἀρχ. δικλίς (-ίδος) [δίς + κλίνω]= δίφυλλη θύρα.

ΕΞ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ...!

Συχνότατα γίνεται λάθος σὲ ἐκφράσεις μὲ τὸ «ἐξ», στὸ ὁποῖο καὶ προσθέτουν ἀπόστροφο, ὡσὰν νὰ ᾖχε κάτι ἄλλο ποὺ ἀπεκόπη, ὅπως γίνεται σὲ ἄλλες φράσεις μὲ προθέσεις ποὺ ὑπόκεινται σὲ ἀποβολή φωνήεντος (π.χ. ἀπ᾿ εὐθείας, κατ᾿ ἀνάγκην κ.λπ.).

Ἔτσι, γράφουν: «ἐξ᾿ ὁλοκλήρου» τὸ «ἐξ», ὅμως, εἶναι ἡ τροπή τῆς πρόθεσης «ἐκ» μπροστὰ ἀπὸ φωνῆεν. Ἡ χρήση ἀποστρόφου εἶναι λανθασμένη, καθὼς δὲν ἔχει "φύγει" κάτι, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ ἀπόστροφος· εἷναι ἁπλῶς μία τροπὴ τοῦ κάππα σὲ ξι χάριν εὐφωνίας.

Γιατὶ «Ἁλόννησος» κι ὄχι «Ἁλόνησος»;


ΑΛΟΝΝΗΣΟΣ <*Ἁλόσ-νησος < ἁλς (γεν. ἁλός= ἁλάτι) + νῆσος  [τὸ «σ» τρέπεται σὲ «ν», ὅπως καὶ στὴν λέξη «Πελοπόννησος»]


Ἡ φράση «ἁλὸς νῆσος» (νησὶ τοῦ ἁλατιοῦ) πιθανῶς νὰ δημιούργησε τὴν ὀνομασία τοῦ νησιοῦ, ὅπως ἔγινε καὶ στὴν περίπτωση τῆς Πελοποννήσου: «Πέλοπος νήσος», ποὺ ἔχει καὶ τὴν ἴδια μορφή τοῦ διπλοῦ νυ.
Παρόμοια τροπὴ πῆραν καὶ ἄλλες φράσεις, ποὺ ἔγιναν ὀνομασίες, ὅπως: «Ἀλεξάνδρου πόλις»=> Ἀλεξανδρούπολις, «Κωνσταντίνου πόλις»=> Κωνσταντινούπολις


ὃ γέγονε, γέγονε...!

ὃ γέγονε, γέγονε= ὅ,τι ἔγινε, ἔγινε· αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔγινε, ἔγινε. 

Πρὸς δήλωση τοῦ ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξῃ αὐτὸ ποὺ ἔχει γίνει. Συχνὰ αὐτὴ ἡ φράση ὑπόκειται σὲ ἕνα τραγικὸ λάθος, καθὼς σφάλλεται ὡς κλητική : «ὧ γέγονε, γέγονε»

Μὲ κοιτᾶς, ποὺ σὲ κοιτῶ...;

ΚΟΙΤΑΖΩ< κοίτη+ -άζω (ἀρχ. σημ. «Βάζω κάποιον στὸ κρεβάτι, ξαπλώνω») <ἀρχ. κοίτη=κρεβάτι [Ἡ σημερινή σημασία ἤδη ἀπὸ τὸν μεσαίωνα, ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ φρουροί συνήθιζαν νὰ ἔχουν τὴν κοίτη τους στὸ φυλάκιο ἀπ᾿ ὅπου ἐπαγρυπνοῦσαν ὡς σκοποί.]

ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ..!

Τὰ σὲ «-κέρως» (< κέρας) [Μονό-κερως, ἀιγό-κερως, ῥινό-κερως] ἂν καὶ ὁ κος Μπαμπινώτης τὰ θεωρεῖ ὡς κλινόμενα κατά τὴν ἀττική κλίση, ὅπως καὶ εἶχε γίνει στὴν ἀρχαιότητα ἀφ᾿ ὁρισμένους (δηλαδή: ὁ μονόκερως, τοῦ μονόκερω, κ.λπ.), ἐν τούτοις μία ἄλλη ὀπτική στὴν ἀρχαιότητα (τὴν ὁποία καὶ ἀσπάζομαι) θεωρεῖ ὅτι καθὼς τὸ συνθετικό «-κερως» προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «κέρας» (γενική: τοῦ κέρατος) θέλει τὶς λέξεις νὰ κλίνωνται κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο: ὁ μονόκερως, τοῦ μονοκέρωτος, τῷ μονοκέρωτι, τὸν μονοκέρωτα... μονοκέρωτες, κ.λπ. ὁ ῥινόκερως, τοῦ ῥινοκέρωτος... κ.λπ.

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Περὶ ὀρθογραφίας...

  Ἡ ὀρθογραφία μίας λέξης εἶναι αὐτὴ, ποὺ σηματοδοτεῖται ἀπὸ τὴν ἱστορία της, τὴν πορεία της ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τῆς ἱστορίας ὡς τὴν ῥίζα της, τὴν ἀρχή της. Ὅλο αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε ἐτυμολογία.
  Ἡ λέξη «ἐτυμολογία» ἀνάγεται στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους, ὁπότε καὶ οἱ πρώτοι λόγιοι γραμματικοὶ τῆς ἐποχῆς ἀσχολήθηκαν ἐνδελεχῶς μὲ τὴν γλῶσσα, καὶ σημαίνει τὴν ἀληθινὴ ἢ πρωταρχικὴ σημασία τῆς λέξης.
  Τὴν ὀρθογραφία, λοιπόν, τὴν ἐξάγουμε ἀπὸ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης, μὲ τὴν ὁποία καὶ πρέπει νὰ ἦναι συμβατή. Αὐτὸ ποὺ πρωτί-στως κοιτοῦν οἱ γλωσσολόγοι, ὥστε νὰ κρίνουν τὴν σωστὴ ὀρθο-γραφία, εἶναι ἡ γραφὴ τῆς λέξης ἀπὸ τὰ πρῶτα γραπτὰ ὡς καὶ περίπου τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή, πολλὲς φορὲς καὶ τὴν μεσαιωνική-βυζαντινή, ὁπότε καὶ ὀρθογραφία καὶ προφορὰ τῆς γλώσσας εἶχαν ἀρχίσει νὰ διαφορο-ποιοῦνται.
π.χ. «παλληκάρι» ὄχι «παλικάρι»
[παλληκάρι< μεσν. (τὸ) παλληκάριον (=ὁ νεαρὸς πολεμιστής) <ἀρχ. (ὁ) πάλληξ (=τὸ νεαρὸ ἀγώρι)
  Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καθιερώθηκε ἡ προσοχὴ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία μόνον στὶς ἑλληνικὲς ἢ ἑλληνογενείς λέξεις (ἀντιδά-νεια) καὶ ὄχι στὶς ἀμιγῶς ξενόφερτες. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν λεγόμενη ἁπλοποίηση. 
π.χ. «τρένο» ὄχι «τραῖνο» [< ἰταλ. treno <ἀγγλ. train], 
       «παλτό» ὄχι «παλτώ» [<ἰταλ. paltο],
ἀλλὰ «στυλ» [<γαλ. style < λατ. stilus< stylus < ἀρχ. ἑλ. στῦλος (εἶναι ἀντιδάνεια λέξη, ἄρα τηροῦμε τὴν ἑλληνική της ὀρθογραφία, ἡ ὁποία διατηρήθηκε καί στὴν γαλλικὴ γλῶσσα)] 


Ἐπίσης σὲ ἁπλοποίηση ὑπόκεινται καί λέξεις, οἱ ὁποῖες δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ἀπὸ ποιὰ λέξη προέρχονται καὶ ἔτσι ἀκολουθοῦμε τὴν ἁπλούστερη μορφή.
π.χ. νιώθω 
α´ ) νιώθω < νοιώθω < *ἐννοιῶ < ἔννοια
β´ ) νιώθω < γνώθω < γνώσκω < γιγνώσκω

Οh mummy! Μάννα, μητέρα, μαμμά....!

MUMMY,MAMMA< μάμμη, μάμμα: χαϊδευτικὰ τῆς μητρὸς στὴν 

ἀρχαῖα ἑλληνικὴ, μὲ ἴδια ὀρθογραφία, ἴδια προφορὰ. Μὲ τὴν 

πάροδο τοῦ χρόνου, στὴν νέα ἑλληνικὴ μετατέθηκε ὁ τὸνος:« 

μαμμὴ» , «μαμμὰ». Οἱ δύο λέξεις διαφοροποιήθηκαν καὶ ὡς προς 

στὴν σημασία τους, στὴν πορεία τῆς γλώσσας. Ὅμως, ἐφ᾿ ὅσον 

ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἐποχὴ οἱ λέξεις αὐτὲς γράφονται μὲ δύο μυ, πρέπει 

νὰ προσεχθῇ ἡ ὀρθογράφηση. 

Ἔτσι:  μαμμά, μαμμή 

[καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν ἴδια ῥίζα εἶναι καὶ ἡ λέξη «μάννα» (ὡς 

προσφώνηση τῆς μητέρας) καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ προσεχθῇ· μὲ δύο 

νυ]

ΦΤΕΙΑΧΝΩ....

Ἡ λέξη ὀρθογραφεῖται «φτειάχνω» βάσει τῆς πιθανέστερης ἐτυμολογίας της:


φτειάχνω< μεσ. φτειάνω < εὐθειάνω < εὐθειάζω (=διορθώνω)

Ἑλληνικὴ ἡ Ἱσπανία...;

Κατὰ μία ἐκδοχὴ ἡ λέξη «Ἱσπανία» ἔχει ἑλληνικὴ ῥίζα. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ λέει:

ΙΣΠΑΝΙΑ: HISPANIA (κατὰ τοὺς λατίνους) <Ηesperia [ultima]*(=τελευταία χώρα τῆς ἑσπέρας)< ἑσπερία



*καθὼς πίστευαν ὅτι εἶναι ἡ χώρα τοῦ βασιλεύοντος ἡλίου.

ΣΤΗΛΗ ΡΟΖΕΤΑΣ: τὰ ἱερογλυφικὰ μεταφράζονται μέσῳ τῶν ἑλληνικῶν

 Ἡ στὴλη τῆς Ροζέτας, ἕνα αἰγυπτιακὸ εὕϱημα τῆς Πτολεμαϊκῆς πεϱιόδου, γϱαμμένο σὲ τϱεῖς γλῶσσες (ἱεϱογλυφικὴ αἰγυπτιακὴ, δημώδη αἰγυπτιακὴ καὶ ἑλληνικὴ), ἦταν ἡ αἰτία· βάσει τῆς ἑλληνικῆς ὁ γάλλος γλωσσολόγος Ζάν-Φϱανσουὰ Σαμπολλιών μπόϱεσε νὰ μεταφϱάσῃ τὴν δημώδη καὶ ἔτσι νὰ συνεχίσῃ στὴν ἀποκϱυπτογϱάφηση τῆς ἱεϱογλυφικῆς. Κλειδί στάϑηκαν ἀϱχαῖα ἑλληνικὰ ὀνόματα βασιλέων ὅπως τῆς Κλεοπάτϱας καὶ τοῦ Πτολεμαίου, τὰ ὁποῖα βϱίσκονταν μέσα σὲ ὀβὰλ σχηματισμούς. ( καϱτούς.)


Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Ξένες λέξεις... ἑλληνικὴ ρίζα

*CIRCUS (=αγγλ. τσίρκο)<λατ. circus =δαχτύλιος. όνομάστηκαν ἀρένες λόγῳ τοῦ σχήματος< ἀρχ. ἑλ. κίρκος=κύκλος


*HALO [(χέϊλο)=αγγλ. τὸ φωτοστέφανο]< ἀρχ. ἑλ. ἅλως = δίσκος τοῦ ἡλίου ἢ τῆς σελήνης


*GAMMA (γκάμμα, ἀντιδάνειο= α´ ἡ μουσικὴ κλίμακα, β´ διαδοχὴ σύμφωνα μὲ μία φυσικὴ διαβάθμιση)<ἰταλ. gamma (παλαιότερα ἡ πρώτη νότα τῆς κλίμακας ἀντὶ τῆς ντό, συνεκδοχικὰ ὅλη ἡ κλίμακα)< ἀρχ.ἑλ. γάμμα (τρίτο γράμμα τῆς ἀλφαβήτου)

*GLAMOUR/ΓΚΛΑΜΟΥΡ (ἀντιδ.)<σκωτσ. glammar<ἀγγλ. grammar=γραμματική-αἴγλη ἀπὸ τὴν κατάκτηση τῆς γνώσης καὶ μάλιστα τῆς ἀπόκρυφης <ἀρχ. ἑλ. γραμματική. [γκλάμουρ, ἑλληνιστί: αἴγλη, λάμψη· ἡ γοητεία, ἡ ἀκτινοβολία ποὺ ἐκπέμπει κάποιος/κάτι]

*PASTE[πέϊστ]=ἀγγλ. ζυμάρι<ἰτ.PASTA[πάστα]=ζυμαρικά<ἑλ. μσν. παστὴ=χυλὸς βρώμης/χυλὸς φαγητοῦ πασπαλισμένο μὲ ἁλάτι<ἀρχ.πάσσω=πασπαλίζω, περιχέω. (ἐπίσης λέξεις ὅπως: παστίτσιο, pastry, pastel, pâté κ.ἀ.)

*PIZZA (πίτσα) < ἰταλ. pizza= τάρτα, πίττα < μσν. ἑλλ. πίττα, μὲ τὴν σημερινὴ σημασία. < ἀρχ. ἑλλ. πίττα (στὴν ἀττικὴ διάλεκτο) ἢ πίσσα= ἡ σημερινή μαύρη πίσσα. προφανῶς λόγῳ τοῦ χυλώδους τῶν ὑλικῶν τῆς πίττας, πρὶν τὸ ψήσιμο.

Ἡ τροφὴ καὶ τὸ ποτό τῶν Ἑλλήνων θεῶν...!

*(ἡ) ΑΜΒΡΟΣΙΑ=ἡ τροφὴ τῶν Ἑλλήνων θεῶν... 

*(τὸ) ΝΈΚΤΑΡ= τὸ ποτὸ τῶν Ἑλλήνων θεῶν, παρ᾿ Ὁμήρῳ τὸ νέκταρ ἦταν ἐρυθρὸ καὶ προσφερόταν ὡς οἶνος ἀπὸ τὴν Ἥβη, πινόταν δὲ συγκερασμένο μὲ νερό.


*ΑΜΒΡΟΣΙΑ< ἀν + βροτὸς (θνητὸς). [βροτὸς< μ(β)ροτὸς< μροτὸς< μορτὸς (ἐπιθ.)< (οὐσ.) μόρος(=θάνατος)]


*ΝΈΚΤΑΡ< θέμα *nek-(δηλώνει τὸν θάνατο, πρβλ. νεκρὸς, νέκυς) + -ταρ (σηματοδοτεῖ τὴν νίκη, πρβλ. σανσκριτικὰ tárati=νικῶ) [αὐτὸ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο, λοιπόν.]

ΣΟΥΒΛΑΚΙ ἢ ΚΑΛΑΜΑΚΙ...;

ΣΟΥΒΛΑΚΙ (τὸ): μικρὰ κομμάτια κρέατος περασμένα σὲ μικρὴ καὶ λεπτὴ βέργα (σὲ μικρὴ σούβλα) γιὰ νὰ ψηθοῦν. π.χ. Ψήνω σουβλάκια στὰ κάρβουνα. Mία μερίδα ~. [μσν. σουβλακι < σούβλ(α) -άκι] : [Λεξικὸ Τριανταφυλλίδη]. Γιὰ νὰ καταλάβουν ὁρισμένοι ὅτι δὲν εἶναι σωστοὶ, ὅταν λέν :«Ἕνα σουβλάκι μὲ γύρο» Δὲν στέκει.


Ὅπως δὲν στέκει καὶ τὸ «μία πίττα καλαμάκι» γιατί:
ΚΑΛΑΜΑΚΙ (τὸ) ὑποκορ.:1. μικρὸ καλάμι. 2. μικρὸς πλαστικὸς ἢ γυάλινος σωλήνας μὲ τὸν ὁποῖο μὲ τὸν ὁποῖο ῥουφοῦν ἕνα ὑγρό.


Λόγῳ τοῦ ὅτι ἐν Ἀθήναις τὰ πρῶτα μαγαζιὰ χρησιμοποιοῦσαν μικρὲς αἰχμὲς ἀπὸ καλαμιὲς (καλαμάκια) γιὰ χαμηλὸ κόστος , γιὰ νὰ περνοῦν τὸ κρέας καὶ νὰ τὸ ψήνουν παρέμεινε ὁ ὅρος «καλαμάκι» σὲ αὐτὸ ποὺ ἔλεγαν ἄλλοι «σουβλάκι»

Ἔτσι καὶ ὁ ὅρος «καλαμάκι» ἀντὶ «σουβλάκι» δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένος μιᾶς καὶ ὑπάρχει μιὰ ἱστορικὴ  ἐξήγηση αὐτοῦ, ὅμως τὸ «σουβλάκι» ἐννοιολογικὰ δὲν μπορεῖ νὰ σημάνει αὐτὸ ποὺ λέγεται πλέον «πιττόγυρο»

Παίζουμε τάβλι...;

ΤΆΒΛΙ<μεσν. ταβλίον=παιχνίδι μὲ ζάρια< ὑποκορ. τοῦ «τάβλα»= ξύλινη πλάκα, τραπέζι γιὰ ζάρια.


Φυσικά καὶ κλίνεται, ὄχι μόνον ἐπειδή εἶναι ἑλληνικὴ λέξη, ἀλλὰ κι ἐπειδή μπορεῖ νὰ ἐνταχθῇ στὸ ἑλληνικὸ κλιτικὸ σύστημα, ἔχει δηλαδὴ ἑλληνικὴ κατάληξη. [τὸ τάβλι, τοῦ (ταβλίου) ταβλιοῦ, τὸ τάβλι...τὰ τάβλια... κ.λπ.]

ΣΥΧΝΟ ΛΑΘΟΣ...! Δόξα τῷ Θεῷ! / Μά τὸν Θεό!

«Μὰ τῷ Θεῷ» λόγῳ σύγχυσης μὲ τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ».
α´)Τὸ ὀρκωτικὸ μόριο «μά» συντάσσεται μὲ αἰτιατική ἐξ ἀρχαιοτάτων χρόνων. «Μὰ τὸν Θεό!».
β´) Τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ» συντάσσεται μὲ δοτική λόγῷ τοῦ ὅτι σημαίνει «Δόξα στὸν Θεό» γιὰ κάτι ποὺ ἔγινε ἢ ἀπεφεύχθη.

ΕΙΝΑΙ ΑΙΛΟΥΡΟΣ!

ΑΙΛΟΥΡΟΣ (αἴλουρος)< αἰέλουρος < πιθανῶς, αἴολος (<*αἰέλος) =γρήγορος, εὐκίνητος. + ούρά. [τὸ ζῶο ποὺ κινεῖ γρήγορα τὴν οὐρά.]

ΠΕΡΙΠΤΕΡΟΥΧΟΣ ὄχι ΠΕΡΙΠΤΕΡΙΟΥΧΟΣ

Ἡ κατάληξη «-ιοῦχος» τίθεται σὲ λέξεις τῶν ὁποίων τὸ θέμα ἔχει τὸ «-ι-». π.χ. συνταξη (σύνταξις) -> συνταξιοῦχος, πτυχίο -> πτυχιοῦχος, πρατήριο -> πρατηριοῦχος, ἀλλὰ , τάλαντο -> ταλαντοῦχος, ἄδεια -> ἀδειοῦχος, ἄριστα -> ἀριστοῦχος, ἄρα.. περίπτερο -> περιπτεροῦχος.

Κλίση τοῦ «πληρῶ» καὶ ἄλλων λόγιων συνῃρημένων.

Ὑπάρχουν σήμερα συνῃρημένα ῥήματα, ποὺ χρησιμοποιοῦνται σὲ ἐκφράσεις μὲ λόγιο ὕφος καὶ χρήζουν κάποιας προσοχῆς, καθὼς εἶναι ἀρχαιοπρεπή καὶ ὡς ἐκ τοῦτου κλίνονται ὅπως καὶ στὰ ἀρχαῖα.
(σὲ ἐνεργητική) πληρῶ, ἀξιῶ, ἐκπληρῶ, ἀπαξιῶ.
(σὲ μεσοπαθητική) ὑποχρεοῦμαι, ἰσοῦμαι, καρποῦμαι... συνῃρημένηα σὲ -όω*, δηλαδή. 
π.χ. πληροῖ τὶς προϋποθέσεις

      ἀπαξιοῖ νὰ ἀπαντήσῃ




Κλίση τῶν σὲ -όω στὸν ἐνεστώτα ἔχει ὡς ἐξῆς: 

Ένεργητικὴ Φωνή

(δηλόω) δηλ
(δηλόεις) δηλοῖς
(δηλόει) δηλοῖ
(δηλόομεν) δηλοῦμεν
(δηλόετε) δηλοῦτε
(δηλόουσι) δηλοῦσι(ν)

Μέση Φωνὴ
(δηλόομαι) δηλοῦμαι
(δηλόῃ ἤ -ει) δηλοῖ
(δηλόεται) δηλοῦται
(δηλοόμεθα) δηλούμεθα
(δηλόεσθε) δηλοῦσθε
(δηλόονται) δηλοῦνται


Σημείωση: Τὰ περισσότερα, ἄν ὄχι ὅλα τὰ ῥήματα σὲ -όω στὸ πέρας τῶν χρόνων μετατράπησαν σὲ ρήματα σὲ -ώνω.  π.χ. δηλόω-δηλῶ ->δηλώνω, πληρόω-πληρῶ -> πληρώνω ,  ἀξιόω-ἀξιῶ-> ἀξιώνω,  ὑποχρεόομαι-ὑποχρεοῦμαι -> ὑποχρεώνομαι κ.λπ.

ΤΣΥΡΙΖΩ ὄχι ΤΣΙΡΙΖΩ

Ἡ λέξη «τσυρίζω» προέρχεται ἀπὸ τὸ «συρίζω», στὸ ὁποῖο τὸ ἀρχικὸ σίγμα ὑπὸ τὴν δράση τοῦ φαινομένου τοῦ τσιτακισμοῦ προφέρθηκε ὡς «τς».

τσυρίζω<συρίζω 

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

- ΟΠΟΛΗ ἢ - ΟΥΠΟΛΗ

Πῶς πρέπει νὰ λήγουν οἱ λέξεις μὲ «-οπολη» ἢ μὲ «-ουπολη»;


Λόγῳ σύγχυσης μὲ τὶς ὀνομασίες «Ἀλεξανδρούπολη»,«Κωνσταντινούπολη» κ.λπ. πολλές λέξεις γράφονται καὶ λέγονται λανθασμένα π.χ. μεγαλούπολη. Οἱ ὀνομασίες στὶς πόλεις (Ἀλεξανδρούπολη) προέρχονται ἀπὸ τά «Ἀλεξάνδρου πόλις» σὲ γενική, δηλαδή. 


Οἱ ἄλλες σύνθετες, ποὺ δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μὲ πρόσωπο· εἶναι ἁπλὲς συνθέσεις. 

π.χ. πανεπιστήμιο + πόλη=> πανεπιστημιόπολη, 

       μεγάλη + πόλη=> μεγαλόπολη 

       ἄκρη + πόλη => ἀκρόπολη
       τέχνη + πόλις => τεχνόπολις (τεχνόπολη)

(ὅπως: λίμνη + θάλασσα=>λιμνοθάλασσα, ἢ κεφαλή + χωριό => κεφαλοχώρι)


Ἄρα ὄχι «πανεπιστημιούπολη» «πολυτεχνειούπολη» «μεγαλούπολη», μά «πανεπιστημιόπολη», «πολυτοχνειόπολη», «μεγαλόπολη» κ.λπ.

Ἀλλά, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε «ζωούπολη», «δεινοσαυρούπολη» μιᾶς καὶ εἶναι «ἡ πόλη τοῦ ζώου (τοῦ κάθε ζώου)», «ἡ πόλης τοῦ δεινοσαύρου»

Ξένες λέξεις.. ελληνική ρίζα


*BALL/BALLET (χορός/μπαλλέτο άντίστοιχα)<  ἀρχ. 

βαλλίζειν=ἀναπηδῶ, χορεύω  [ἄρα : μπαλλέτο, μπαλλαρίνα...μὲ 

δύο "λλ" ὅταν γράφωνται στὰ ἑλληνικά]


*BISHOP<παλ. Αγγλ. biscoep<λατ. episcopus< ἐπίσκοπος

*BOUTIQUE(γαλ. =μαγαζί ρούχων, πρὶν τὸ 1953, κάθε μικρὸ 

μαγαζὶ)<botica<λατ. apotheca<ἀποθήκη 


*ΒΟΤΤLE (αγγλ. «μπουκάλι»)<παλ.Γαλ. boteille< Λατ. buticulla< 

Λατ.butis< βυτίο<αρχ. πυτίνη


*BOX (ἀγγλιστὶ «κουτὶ»)<Λατ. buxis<πυξὶς-ίδος(ξύλινο κουτὶ)

<πυξὸς (ἀειθαλλὲς δενδρύλλιο)


*BRACELET<ὑποκορ.γαλ. bracel< bracchiale< brachium< 

βραχίων



*BRILLIANT<γαλ. briller< ἰτ. brillare< berillare< λατ. beryllus< 

βήρυλλος (πολύτιμος λίθος)

Κλίση τῶν σὲ «-υς» (μῦς, ἰχθύς...)

Τὰ οὐσιαστικά σὲ -υς... κυρίως στὴν κοινή νεοελληνική τὰ «ἰχθύς» καὶ «μῦς» κατακρεουργοῦνται συνήθως κυρίως στὸν πληθυντικό τους. Κυρίως δὲ, τὸ «ἰχθύς» ἀπὸ τοὺς ἀστρολόγους, τὸ ὁποῖο ἐνῷ εἶναι σὲ πληθυντικό, καθώς πρόκειται γιὰ δύο ψάρια, τὸ γράφουν «ΙΧΘΥΣ»,«ΙΧΘΕΙΣ»... Καθώς πρόκειται γιὰ ἀρχαῖες λέξεις καὶ δὲν ἐντάχθηκαν σὲ κάποια ἄλλη ὁμάδα λέξεων, ὅπως συνέβη μὲ ἄλλες λέξεις, ὀφείλουν νὰ κλίνωνται ὅπως στὰ ἀρχαῖα.


Ἑνικός:
α´) Ὀν. μῦς, γεν. μυὸς, [δοτ. μυΐ], αἰτ. μῦν, κλητ. μῦ. 
β´) ὀν. ἰχθὺς, γεν. ἰχθύος, [δοτ. ἰχθύϊ], ἀιτ. ἰχθὺν, κλητ. ἰχθύ. 
Πληθυντικός:
α´) ὀν. μύες, γεν. μυῶν, [δοτ. μυσὶ], ἀιτ. μῦς, κλητ. μύες. 
β´) ὀν. ἰχθύες, γεν. ἰχθύων, [δοτ. ἰχθύσι], αἰτ. ἰχθύς, κλητ. ἰχθύες.

ΚΑΤ' ΑΡΧΗΝ καὶ ΚΑΤ' ΑΡΧΑΣ!

α´) Κατ᾿ ἀρχὴν: ὅσον ἀφορᾶ στὴν οὐσία, ὡς πρὸς τὸ βασικὸ μέρος ἑνὸς πράγματος, τὸ κύριο θέμα του.

π.χ. Συμφώνησαν κατ' αρχὴν, διαφώνησαν στὶς λεπτομέρειες.


ἐνῷ: β´) κατ' ἀρχὰς: ἀρχαία φράση: στὴν ἀρχὴ, ἀρχικὰ.

π.χ. Κατ᾿ ἀρχὰς θὰ πᾶς στὸ συμβολαιογραφεῖο κι ἔπειτα στὸ δημαρχεῖο.


Ἡ σημασία τους διαφέρει πολὺ, ἀλλὰ καὶ ἡ θέση τους σὲ μία πρόταση· τὸ «κατ᾿ ἀρχὰς» μπαίνει στὴν ἀρχὴ αὐτῆς, ἐνῷ τὸ «κατ᾿ ἀρχὴν» δὲν μπορεῖ νὰ τεθῇ στὴν ἀρχὴ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἕνα ῥῆμα ἔμπροσθεν. Ἐπίσης, τὸ «κατ᾿ ἀρχὰς» συχνὰ ἀκολουθεῖται ἀπὸ κάτι ἄλλο ἀριθμιτικὸ, ταξικὸ ὅπως: ἔπειτα, δεύτερον... κ.λπ.

Ὅ, ΤΙ κι ὍΤΙ !!! Ποιά ἡ διαφορά;

Τὸ «ὅ,τι» μὲ ὑποδιαστολὴ εἶναι ἀντωνυμικό καὶ σημαίνει 

ὁτιδήποτε. Ἐνῷ τὸ ἁπλὸ «ὅτι» εἶναι τὸ εἰδικὸ, ποὺ χρησιμεύει στὴν 
εἰσαγωγὴ δευτερευουσῶν προτάσεων.

*ἕνας εὔκολος τρόπος ἀναγνώρισης εἶναι ὅτι τὸ ἀντωνυμικό 

λειτουργεῖ ὡς μέρος τοῦ λόγου στὴν πρόταση (ὑποκείμενο, 

ἀντικείμενο...) σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ εἰδικό, ποὺ ἁπλὰ εὶσάγει 

πρόταση. 



π.χ. ὅ,τι καὶ νὰ λές, ἔχω δίκιο. (ὅ,τι ὡς ἀντικείμενο)
εἶπες ὅτι θὰ ἔρθεις. (εἰδικό)
άπ' ὅ,τι εἶδα (ἀντικείμενο)

ΠΡΟΣΟΧΗ στὴν χρήση τῶν «ΠΡΩΗΝ» καὶ «ΤΕΩΣ»!

Εἶναι τέως ἢ πρώην τὸ σωστό;


Χρειάζεται προσοχὴ στὴν χρήση τῶν «ΠΡΩΗΝ» καὶ «ΤΕΩΣ». Καὶ τὰ δύο ἐπιρρήματα συνοδεύουν ἀξιώματα καὶ γενικὰ κάποιο ἐπάγγελμα ἢ ἰδιότητα, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸ παρελθὸν καὶ δὲν ἰσχύει, πιά. Ὅμως, διαφέρουν λεπτά. Τὸ «πρώην» χρησιμοποιεῖται σὲ μία ἀπροσδιόριστη παρελθοντικὴ κατάσταση, ἐνῷ τὸ «τέως» ἀναφέρεται σὲ κάτι στὸ ἐγγὺς παρελθὸν, ποὺ μέχρι πρὶν λίγο καιρὸ ἴσχυε (ἡμέρες, μῆνες, ἔτη κ.λπ.) Συνοπτικά, «πρώην» οἱοσδήποτε στὸ παρελθόν, ἐνῷ «τέως» ὁ ἀμέσως προηγούμενος, ὁ τελευταῖος, πρόσφατος.

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΡΗΜΑ «ΑΓΩ»

Συχνὰ γίνονται λάθη στὴν χρήση τοῦ ῥήματος «ἄγω» καὶ κυρίως τῶν συνθέτων του (παράγω, εἰσάγω, διεξάγω κ.λπ.) συνήθως στὴν χρήση μὲ τὰ «θα/να» [ὑποτακτικὲς καὶ μέλλοντες (ποὺ στὴν οὐσία εἶναι κι αὐτοὶ ὑποτακτικὲς ἀορίστου ἤ ἐνεστώτα μὲ τὸ «θὰ » μπροστά)] Ὑπάρχει, δηλαδή σύγχυση γιὰ τὸ ἂν λέμε «θὰ εἰσάγουν» ἢ «θὰ εἰσαγάγουν» καὶ χειρότερα «θὰ εἰσάξουν» μὲ πιὸ συχνὸ τὸ «παράγω» , στὸ ὁποῖο συχνὰ ἀκούγεται «θὰ παράξω» τὸ ὁποῖο δὲν εὐσταθεῖ καθὼς εἶναι «θὰ παράγω» (γιὰ ἐξακολουθητικὸ μέλλοντα), «θὰ παραγάγω» (γιὰ στιγμιαῖο μέλλοντα)


*Τὸ πιὸ πρακτικὸ κλειδὶ εἶναι ὅτι τὸ ἐνεστωτικὸ θέμα «ἀγ-» δηλώνει συνέχεια, διάρκεια, ἐνῷ τὸ ἀοριστικὸ «ἀγαγ-» κάτι τὸ στιγμιαῖο. Ἐπομένως, «Ἡ ἐταιρεία θὰ παράγει ὅλα τὰ κρασιά κάθε χρόνο.» (διάρκεια) ἀλλὰ «Φέτος μόνο, ἡ ἐταιρεία δὲν θὰ παραγάγει λευκὰ κρασιά.» (γιὰ μιὰ φορά) καὶ ὄχι «δὲν θὰ παράξει». [ἄρα, «ἀγ-» γιὰ πολλὲς φορές, «ἀγαγ-» γιὰ μία φορά]

Η ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Ἡ ὀνομασία τῶν ῥηματικῶν χρόνων ἔγινε ἀπὸ τοὺς στωϊκούς.
Καὶ ὁ κύριος διαχωρισμὸς ἦταν σὲ «ὡρισμένους» σὲ «ἀόριστους», ὅπου ὡρισμένοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ παρόν [καὶ διακρίνονται ἀπὸ συνέχεια ἢ μὴ συνέχεια (ποιὸν ἐνεργείας) καὶ ἔτσι ἔχουμε τοὺς «ἀτελεὶς» ἢ «παρατατικοὺς» (γιὰ ἐπαναλαμβανόμενες πράξεις), τοὺς «τέλειους» ἤ «συντελικοὺς» (γιὰ τελειωμένες πράξεις).] ἐνῷ ἀόριστοι εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸ παρὸν καὶ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τὸ ποιὸν ἐνεργείας τους.

Ὅλοι αὐτοὶ ὡς πρὸς τὸν χρόνο διακρίνονται σὲ «ἐνεστῶτες» (γιὰ τὸ παρόν) καὶ «παρῳχημένους» (γιὰ τὸ παρελθὸν)
Ἔτσι, ἔχουμε δύο ἀόριστους χρόνους, τὸν «παρῳχημένο ἀόριστο» (σημερινὸς ἀόριστος) καὶ τὸν «ἀόριστο μέλλων» (ὁ μέλλοντας) Καί, «ὡρισμένος ἀτελής ἐνεστώς» (σημερινός ἐνεστώτας), «ὡρισμένος παρατατικός παρῳχημένος» (παρατατικός), «ὡρισμένος τέλειος ἐνεστώς» ἤ «ἐνεστῶσα συντέλεια» (παρακείμενος, ἐπειδή παράκειται) καὶ «ὡρισμένος τέλειος παρῳχημένος» (ὑπερ-συντέλικος)

ΠΑΡΕΙΣΦΡΥΩ ἢ ΠΑΡΕΙΣΦΡΕΩ;

Τὸ σωστὸ εἶναι τὸ ῥῆμα «παρεισφρέω». Τὸ «παρεισφρύω» προέκυψε ἀπὸ τὸ ὅμοιο ἄκουσμα τῶν ἀορίστων τῶν ῥημάτων «παρεισφρέω» καὶ «παρεισδύω» -> «παρεισέφρησα» καὶ «παρεισέδυσα» ἀντιστοίχως, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συνώνυμα.

Συντρίμμι ὄχι Συντρίμι.

Ἡ λέξη γράφεται ὡς «συντρίμμι» διότι:

 Συντρίμμι<σύντριμμα<σύντριβ-μα<συντρίβω

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

STOP (ΣΤΟΠ) [ἀντιδάνειο]

STOP [στόπ] (ἀντιδ.): ἀγγλ. stop<μσν.ἀγγλ. stoppen<ἀρχ. ἀγγλ. -stoppian (ὥς β' συνθ.) < λατ. *stuppare = βουλλώνω μὲ στουπί (συνεκδ. σταματῶ κάτι, βουλλώνοντας) < λατ. stuppa < μτγν. στύππη < ἀρχ. στυπ(π)εῖον

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ ὄχι ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ

Ἡ λέξη ἀγγελιαφόρος εἶναι πανάρχαια, καὶ ἀπαντᾶται πρώτη φορὰ στὸν Ἡσίοδο, ἐνῷ ἡ χρήση τῆς λέξης «ἀγγελιοφόρος» εἶναι νεώτερη καὶ ἔχει νὰ κάνῃ μὲ ἔλξη ἀπὸ τὴν χρήση τοῦ συνδετικοῦ -ο- στὶς περισσότερες σύνθετες λέξεις. (π.χ. ἐλπιδοφόρος, ψηφοφόρος... κ.ἀ.) Ὅμως, τὸ σωστὸ εἶναι: ἀγγελιαφόρος < ἀγγελία + φόρος (< φέρω)

ΨΥΧΗ

ψυχή<ψύχω (=πνέω, φυσῶ) Κατὰ τὴν ὁμηρικὴ ἀντίληψη ἡ ψυχή εἶναι μιὰ ἀέρινη μορφή ποὺ κατοικεῖ στὸ σῶμα ὅσο ζῆ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀυτὸ τὸ σῶμα μὲ τὴν τελευταῖα τοῦ πνοή ὡς μία σκιὰ-ὁμοίωμα τοῦ νεκροῦ, ποὺ κατοικεῖ πλέον στὸν ᾍδη.