Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

«ΚΑΘΙΣΑ» ἢ «ΚΑΘΗΣΑ»

Τὸ «κάθισα» πέραν τοῦ ἀορίστου τοῦ ῥήματος «καθίζω» (κυρίως στὰ ἀρχαῖα ἐμφανίζεται), χρησιμοποιήθηκε καὶ ὡς ἀόριστος τοῦ ῥήματος ἀποθετικοῦ «κάθομαι» συμπληρωματικά γιατί τὸ  «κάθομαι» προέρχεται ἀπὸ παρακείμενο ποὺ εἶχε σημασία ἐνεστώτα* καὶ κατέληξε ἀρχὴ νέου ῥήματος, ποὺ φυσικά ἤθελε συμπλήρωση ἀπὸ ἄλλο σχετικὸ ῥῆμα καὶ βρῆκε βάση στὸν ἀόριστο τοῦ «καθίζω» τοῦ ὁποίου ἡ 'ἀμετάβατη μορφὴ στάθηκε ἐπαρκής.


Τύπος «κάθησα» δὲν δικαιολογεῖται ἐτυμολογικά. Πρόκειται γιὰ σφάλμα συσχετισμοῦ μὲ ἀορίστους ἄλλων ῥημάτων μεσοπαθητικῆς φωνῆς. Ἐδὼ, ὅμως, εἶναι μία συγκεκριμένη περίπτωση ἰδιομορφίας, καθὼς δὲν εἶναι ἐξελικτικὸς τύπος τοῦ ἴδιου ῥήματος, ἀλλὰ δάνειος τύπος ἀπὸ ἄλλο συναφές ῥῆμα.

«κάθισα», λοιπόν. 
κάθισα ἀόριστος τοῦ ἀρχ. καθίζω < κατὰ + ἵζω (ἵζω=βάζω κάποιον νὰ καθίσει, κάθομαι, λαμβάνω τὴν θέση μου)

Στὴν συνέχεια, βέβαια, πλάστηκε ὁ παρελθοντικὸς λαϊκὸς τύπος «ἔκατσα» ποὺ μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ μεταβολὴ τοῦ «ἐκάθισα»
(έκάθισα> ἐκάθ'σα> *ἐκάτσα>  ἔκατσα)



*κάθομαι <ἀρχ. κάθημαι, παρακείμενος τοῦ καθέζομαι <κατὰ + 
ἕζομαι (ἕζομαι=καθίζω τὸν ἑαυτό μου)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου