Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΥΚΤΙΚΗ

Σὲ ἕνα γενικὸ πλαίσιο ἡ εὐκτικὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς ῥηματικὲς ἐγκλίσεις τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Χρησιμοποιεῖτο γιὰ τὴν ἔκφραση εὐχῆς [ἀπὸ ὅπου καὶ τὸ ὄνομα εὐκτικὴ (εὐκτικός< εὐκτὸς <εὔχομαι)] ἀλλὰ καί τὴν δυνατότητα, ὅταν εἶναι ἀνεξάρτητη. Ἀκόμα, χρησιμοποιεῖτο στὸν πλάγιο λόγο καὶ στὶς δευτερεύουσες προτάσεις ποὺ ἐξαρτοῦνταν ἀπὸ ῥήματα ἱστορικοῦ χρόνου.


Σήμερα ἐπιβιώνει σὲ ἐκφράσεις ὅπως «Θεός φυλάξοι».


Στὴν νέα ἑλληνικὴ ἡ χρήση τῆς εὐκτικῆς ἔχει λεξικοποιηθεῖ, ἐκφράζεται δηλαδή συμπληρωματικὰ μὲ κάποια λέξη (εἴθε/μακάρι/ἄμποτε)


π.χ. Θεός φυλάξοι = εἴθε ὁ Θεός νὰ φυλάξει/προσέξει


Ἀλλά, καί μὲ ῥῆμα: π.χ. Εὕχομαι ὅλα νὰ πᾶν ὅπως πρέπει.

1 σχόλιο:

  1. ἐξαρτοῦνταν

    «Εξαρτάω» δεν είναι το ρήμα; Άρα «εξαρτώνταν».

    ΑπάντησηΔιαγραφή