Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2015

ΚΟΚΚΥΓΑΣ (ἐτυμολογία)


 Ὁ κόκκυξ (τοῦ κόκκυγος) στὰ ἀρχαῖα 
ἑλληνικὰ ἦταν ὁ κοῦκκος, ἀπὸ ἠχομίμηση τῆς φωνῆς τοῦ πτηνοῦ "κοκκῦ" κατὰ τὴν ἀρχαία ἑλληνική καὶ ἔπειτα τοῦ ῥήματος "κοκκύζω". 


 Ὁ ἰατρὸς Γαληνὸς χαρακτήρισε τὴν συνωστεωμένη περιοχὴ ἀπόληξη τῆς σπονδυλικῆς στήλης ὡς κόκκυγα, λόγῳ τῆς ὁμοιότητας τοῦ ράμφους τοῦ κούκκου μὲ τὴν γαμψὴ κλίση τοῦ σημείου αὐτοῦ.

Λόγῳ τῆς προέλευσης ἀπὸ τὸν κόκκυγα ἡ λέξη "κοῦκκος" ὀρθογραφεῖται καλύτερα μὲ δύο κάππα. 

Ἐπίσης ἡ λέξη "κοκκύτης" γράφεται μὲ δύο κάππα καὶ ὗ ψιλον, λόγῳ σύνδεσης τοῦ ἔντονου βηξίματος μὲ τὴν φωνὴ ποὺ βγάζει ὁ κοῦκκος. ὑπῆρξε καὶ λέξη "κοκκυσμὸς" σημαίνουσα "βαριὰ φωνή."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου