Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2011

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ τῶν σὲ «-ίζω»

Ὅλα τὰ ῥήματα ποὺ λήγουν σὲ «-ίζω» γράφονται κανονικά μὲ ἰώτα (ῥαπίζω, χτίζω, κ.λπ.)


Τὸ «-ίζω» εἶναι ἕνα ῥηματικὸ ἐπίθημα, δείχνον τὴν ἐνέργεια. 

ρχικά, παραγόταν τυχαίως, γιὰ νὰ δημιουργηθοῦν ῥήματα, τὰ ὁποῖα παράγονταν ἀπὸ οὐσιαστικὰ θηλυκοῦ γένους τῶν ὁποίων τὸ θέμα κατέληγε σὲ -δ, ἔτσι :
 σφραγίς > θεματικό σφραγίδ-jω > σφραγί-ζω, 
ἐλπίς > θεματικό ἐλπίδ-jω > ἐλπί-ζω

Ὄμως, ἡ γλῶσσα τὸ χρησιμοποίησε ὡς κατ'ἐξοχὴν ἐπίθημα ἐνέργειας: 
ψήφος >  ψηφ-ίζω
ἀρχή > ἀρχ-ίζω
σχήμα > θέματικὸ  σχηματ-ίζω

Ἐξαιροῦνται καὶ γράφονται μὲ «-ει-», «-οι-», «-υ-» καὶ «-η-» τὰ ἀκόλουθα ῥήματα:
δανείζω <δανει-ζω < δανει-ιζω < δάνειον
ἀθροίζω (<ἀθρο-ίζω<ἀθρό-ος + ίζω)
ἀναβλύζω/ἀναβρύζω (<βρύζω<βρύω ἀπό ὅπου καί ἐτυμολογία γιὰ τὴν βρύση)
δακρύζω (<δάκρυ)
συγχύζω < σύγχυσις < συγχέω 
κατακλύζω (<κλύζω<κλυδ-jω ἀπὸ ὅπου καί: κλυδωνίζω)
σφύζω (<σφύγ-jω ὅπως: σφυγμός, σφύξη)
πήζω (<ἔπηξα<πηγ-νύω)
πρήζω (<ἔπρησα <πρήθω)
μπήζω (ἔμπηξα<ἐνέπηξα< ἐμ-πηγνύω)
χρήζει (<χρή-ζω)
κελαρύζω (ὅπως καὶ ἄλλα ἀρχαῖα ἠχομιμητικά, τὰ ὁποῖα γράφονταν μὲ «υ»:
γογγύζω, (ὑπο)τονθορύζω[=μουρμουρίζω], κελαρύζω, ὀλολύζω [=θρηνῶ γοερῶς κ.ἀ. παρόμοια πιθανῶς ] 

Ὁ λόγος εἶναι ὅτι αὐτὰ παρήχθησαν εἴτε θέτοντας « -ίζω» στὸ θέμα οὐσιαστικῶν ποὺ ἔληγαν σὲ φωνῆεν (π.χ. δανείζω, ἀθροιζω) εἴτε, ἐπειδὴ σχηματίστηκαν κατὰ τὴν ἀρχαία γλῶσσα μὲ ἐπιθεματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ γιώτ. 
π.χ. σφυγμός > σφυγ-j - ω> σφύζω
       σύγχυσις > συγχυσ-j-ω>συγχύζω


Παλιότερα ἔγραφαν «ἀντικρύζω», ὅμως οἱ γλωσσολόγοι σήμερα θεωροῦν ὅτι κάτι τέτοιο θὰ ἦταν δύσκολο, μιᾶς καὶ τὸ θέμα τοῦ ἐπιρρήματος εἶναι «ἀντίκρ-  κι ἔτσι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ῥηματικοῦ ἐπιθέματος θὰ γινόταν μὲ τὸ «-ίζω», γιὰ νὰ δημιουργηθῇ τὸ ῥῆμα

1 σχόλιο: