Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

ΤΟ ΠΡΟΘΗΜΑ «ξε-» «ξ-»


«ξε-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκικνᾶ μὲ σύμφωνο. π.χ. ξε-βάφω
«ξ-» ὅταν τὸ β´ συνθετικὸ ξεκινᾶ μὲ φωνῆεν. π.χ. ξ-οδεύω

Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ δημοφιλὴ προθήματα στὴν νεοελληνική γλῶσσα καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ εὔχρηστα.
Συγκεκριμένα, εἰσάγετε πρὸς δήλωση:
[ἔμπροσθεν ῥημάτων καὶ οὐσιαστικῶν]
α´) Στέρησης τῆς ἰδιότητας τῆς λέξης στὴν ὁποῖα θέτεται. π.χ. ξεκάνω, ξεκουρδίζω.. κ.ἀ.
β´) Ἐπιτακτικότητας. π.χ. Ξακουστός (= πολύ ἀκουστὸς), ξελιγώνω,.. κ.ἀ.
γ´) Ῥήματα ποὺ δείχνουν παραμονή γιὰ κάποιο χρονικό διάστημα. π.χ. ξεχειμωνιάζω
[γενικῶς]
δ´) Σπάνια, λήξη ἰδιότητας. π.χ. παππάς, ξε-παππάς
ε´) Σὲ ἐκφράσεις ὀργῆς, ἀδιαφορίας, ἀναγκαστικῆς συγκατάθεσης. π.χ. «Δὲν ἔχει μά καὶ ξε-μά.» «Τρελός, ξε-τρελός, αὐτὸς εἶναι.»

Ἐτυμολογία:

Τὸ πρόθημα «ξε-» συναντᾶται γιὰ πρώτη φορά τὸν μεσαίωνα καὶ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαία πρόθεση ἐκ / ἐξ. Καὶ προέκυψε:
α´) Ἀπὸ σίγηση τοῦ ἀρχικοῦ «ε» τῆς πρόθεσης π.χ. ξ-ανοίγω < ἐξ- ανοίγω
β´) Ἀπὸ τοὺς παρελθοντικοὺς χρόνους ὅπου ἐμφανιζόταν καὶ λόγῳ τῆς αὔξησης τὸ «ε» ὡς ἔνθημα (π.χ. ξε-πέφτω < ἐξ- έπεσα < ἐκ- πίπτω) καὶ στὴν συνέχεια ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ παρελθοντικοῦ τύπου μεταπλάστηκε καὶ ὁ ἐνεστωτικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου