Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

Στὸ τεφτέρι...


ΤΕΦΤΕΡΙ (τὸ) [τοῦ τεφτεριοῦ]


ἐτυμολογία:

τεφτέρι/δεφτέρι< τουρκ. defter< μσν. διφθέριον <ἀρχ. διφθέρα


ποὺ σήμαινε στὰ ἀρχαῖα: 

α´) τὸ κατεργασμένο δέρμα
β´) τὸ κατεργασμένο δέρμα, ποὺ ἔχει ἐπιφάνει κατάλληλη γιὰ γραφὴ ἐπ᾿ αὐτῆς.


[διφθέρα<*διψ-τερα<δέφω=τρίβω, μαλακώνω, κατεργάζομαι]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου