Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

«ΣΟΡΟΣ» ἢ «ΣΩΡΟΣ»

Δύο ὁμόηχες λέξεις ποὺ συχνὰ μπερδεύουν ὡς πρὸς τὴν ὀρθογραφία τους.


ΣΟΡΟΣ (ἡ)  [<ἀρχ. ἡ σορὸς = φέρετρο] : τὸ πτῶμα


ΣΩΡΟΣ (ὁ) [<ἀρχ. σωρός]: 
α´) μεγάλος ἀριθμὸς ἀντικειμένων ποὺ εἶναι τοποθετημένα τὸ ἕνα πάνω στὸ ἄλλο ἀνάστατα.
β´)  μεγάλος ἀριθμός, μεγάλη ποσότητα. (στὴν ἔκφραση π.χ.: ἕναν σωρὸ πράματα)


σωριάζω/σωριάζομαι (<σωρός)


σωριάζω: τοποθετῶ ἀκατάστατα πράματα, ὥστε νὰ σχηματιστῇ σωρός.
σωριάζομαι: α´) (μεσοπαθητικό) καταρρέω, πέφτω δίχως νὰ ἔχω τὸν ἔλεγχο. 
                     β´)  γιὰ ἀντικείμενο ποὺ γκρεμίζεται σὲ σωρό.


1 σχόλιο:

  1. Θα ήθελα να προσθέσω ότι 'σορός' δεν είναι απλώς το πτώμα -- είναι το πτώμα ετοιμασμένο για κηδεία. Γι'αυτό λέμε "η σορός του Χ. εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα", "η μεταφορά της σορού στην ιδιαίτερη πατρίδα του εκλιπόντος" κλπ. Εμένα τουλάχιστον με ενοχλεί όταν οι εφημερίδες γράφουν "ανασύρθηκε από τη θάλασσα η σορός του Πατριάρχη Αλεξανδρείας"! Για όποιον βρίσκει κακόηχο το "πτώμα", υπάρχει και "ο νεκρός".

    ΑπάντησηΔιαγραφή