Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΣΕΛΑΣ








ΣΕΛΑΣ (τὸ) [γεν. τοῦ σέλαος]= λάμψη, λαμπερή φλόγα.








ὁμόρριζο μὲ τὰ: σελαγέω (=διαφωτίζω, άκτινοβολῶ..), σελήνη, 

σελασφόρος(=φωτοβόλος, λαμπροφόρος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου