Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

«ΚΑΡΩΤΟ» ὄχι «ΚΑΡΟΤΟ»





Καρῶτο (ἀντιδ.)<ἰταλ. carota<λατ. carota< μτγν. καρωτόν< ἀρχ. ἑλ. κάρα (=κεφάλι)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου