Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

«ΓΛΕΙΦΩ» ἢ «ΓΛΥΦΩ»

ΓΛΕΙΦΩ < *γλείχω < ἐκ+λείχω (=γλείφω)


λείχω, λειχήν, λειχούδης, κ.λπ.


ΓΛΥΦΩ (= λαξεύω, χαράσσω)


γλύπτης, γλυπτό κ.λπ

2 σχόλια:

  1. Τα κύματα της θάλασσα γλείφουν ή γλύφουν τα βότσαλα στην ακρογιαλιά;

    Το τουρκικό ρήμα yalamak σημαίνει και γλείφω και γλύφω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τὰ κύματα γλύφουν τὰ βότσαλα, μιᾶς καὶ μὲ τὸν καιρὸ τὰ κάνουν πιὸ λεία.. Τώρα ἄν κάποιος τὸ δεῖ ἐν εἴδει μεταφορᾶς.. θὰ μποροῦσε νὰ ειναι μὲ -ει- , ἀλλὰ θὰ ἦταν περίεργο νὰ εἰπωθῇ, ὑποθέτω.. Τώρα σὲ ἄλλες γλῶσσες ὑπάρχουν πολλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ σημαίνει μία λέξη..

      Διαγραφή