Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΟΜΠΡΕΛΑ ... ἑλληνιστί;






Ὀμπρέλα<ἰταλ.  ombrella<ἰταλ. ombra (=σκιά)


Ὀμπρέλα ἀρχικῶς σήμαινε τὸ γνωστὸ ἀντικείμενο πρὸς προστασία ἀπὸ τὴν σκιά, γιὰ τοὺς τότε εὐγενεὶς ποὺ ὁ τρόπος ζωῆς καὶ τὸ κύρος ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐπιδεικνύουν δὲν ἐπέτρεπαν νὰ ᾖναι μαυρισμένοι στὸ δέρμα, καθὼς αὐτὸ ἦταν γνώρισμα τῶν ἐργατῶν. Μετέπειτα, ὑπῆρξε καὶ τὸ ἴδιο ἀντικείμενο μὲ ἄλλο ὕφασμα γιὰ προστασία ἀπὸ τὴν βροχή.

Ἡ ἑλληνικὴ ἐκδοχὴ τῆς λέξης προέρχεται ἀπὸ τὴν γαλλικὴ γλῶσσα: 

Ἔτσι:
         parasol (γιὰ τὸν ἥλιο) = ἀλεξήλιο [ἀλέξω(=προστατεύω)+ ἥλιος] (παρασόλι, ὅπως ἔλεγαν κάποιοι παλιοί) 

      parapluie (γιὰ τὴν βροχή) = ἀλεξιβρόχιο [ἀλέξω + βροχή]

1 σχόλιο:

  1. Υπάρχει και το αρχαίο «σκιάδειον» (υποκοριστικό: «σκιαδίσκη»).

    ΑπάντησηΔιαγραφή