Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Μὲ κοιτᾶς, ποὺ σὲ κοιτῶ...;

ΚΟΙΤΑΖΩ< κοίτη+ -άζω (ἀρχ. σημ. «Βάζω κάποιον στὸ κρεβάτι, ξαπλώνω») <ἀρχ. κοίτη=κρεβάτι [Ἡ σημερινή σημασία ἤδη ἀπὸ τὸν μεσαίωνα, ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ φρουροί συνήθιζαν νὰ ἔχουν τὴν κοίτη τους στὸ φυλάκιο ἀπ᾿ ὅπου ἐπαγρυπνοῦσαν ὡς σκοποί.]

2 σχόλια:

  1. Ναί, ἐφ᾿ ὅσον ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὴν «κοίτη», ἡ ὀρθογραφία «κυττῶ» δὲν εἶναι σωστή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή