Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Μὲ κοιτᾶς, ποὺ σὲ κοιτῶ...;

ΚΟΙΤΑΖΩ< κοίτη+ -άζω (ἀρχ. σημ. «Βάζω κάποιον στὸ κρεβάτι, ξαπλώνω») <ἀρχ. κοίτη=κρεβάτι [Ἡ σημερινή σημασία ἤδη ἀπὸ τὸν μεσαίωνα, ὀφείλεται στὸ ὅτι οἱ φρουροί συνήθιζαν νὰ ἔχουν τὴν κοίτη τους στὸ φυλάκιο ἀπ᾿ ὅπου ἐπαγρυπνοῦσαν ὡς σκοποί.]

3 σχόλια:

  1. Ναί, ἐφ᾿ ὅσον ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὴν «κοίτη», ἡ ὀρθογραφία «κυττῶ» δὲν εἶναι σωστή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στην Κύπρο συνήθως λέμε για τα πουλιά ότι πάνε να τζοιτάσουν. Τώρα κατάλαβα ότι είναι το κοιτάζουν με την σωστή ετυμολογική του έννοια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή