Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Περὶ ὀρθογραφίας...

  Ἡ ὀρθογραφία μίας λέξης εἶναι αὐτὴ, ποὺ σηματοδοτεῖται ἀπὸ τὴν ἱστορία της, τὴν πορεία της ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τῆς ἱστορίας ὡς τὴν ῥίζα της, τὴν ἀρχή της. Ὅλο αὐτὸ τὸ ὀνομάζουμε ἐτυμολογία.
  Ἡ λέξη «ἐτυμολογία» ἀνάγεται στοὺς ἑλληνιστικοὺς χρόνους, ὁπότε καὶ οἱ πρώτοι λόγιοι γραμματικοὶ τῆς ἐποχῆς ἀσχολήθηκαν ἐνδελεχῶς μὲ τὴν γλῶσσα, καὶ σημαίνει τὴν ἀληθινὴ ἢ πρωταρχικὴ σημασία τῆς λέξης.
  Τὴν ὀρθογραφία, λοιπόν, τὴν ἐξάγουμε ἀπὸ τὴν ἐτυμολογία τῆς λέξης, μὲ τὴν ὁποία καὶ πρέπει νὰ ἦναι συμβατή. Αὐτὸ ποὺ πρωτί-στως κοιτοῦν οἱ γλωσσολόγοι, ὥστε νὰ κρίνουν τὴν σωστὴ ὀρθο-γραφία, εἶναι ἡ γραφὴ τῆς λέξης ἀπὸ τὰ πρῶτα γραπτὰ ὡς καὶ περίπου τὴν ἑλληνιστικὴ ἐποχή, πολλὲς φορὲς καὶ τὴν μεσαιωνική-βυζαντινή, ὁπότε καὶ ὀρθογραφία καὶ προφορὰ τῆς γλώσσας εἶχαν ἀρχίσει νὰ διαφορο-ποιοῦνται.
π.χ. «παλληκάρι» ὄχι «παλικάρι»
[παλληκάρι< μεσν. (τὸ) παλληκάριον (=ὁ νεαρὸς πολεμιστής) <ἀρχ. (ὁ) πάλληξ (=τὸ νεαρὸ ἀγώρι)
  Στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καθιερώθηκε ἡ προσοχὴ στὴν ἱστορικὴ ὀρθογραφία μόνον στὶς ἑλληνικὲς ἢ ἑλληνογενείς λέξεις (ἀντιδά-νεια) καὶ ὄχι στὶς ἀμιγῶς ξενόφερτες. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν λεγόμενη ἁπλοποίηση. 
π.χ. «τρένο» ὄχι «τραῖνο» [< ἰταλ. treno <ἀγγλ. train], 
       «παλτό» ὄχι «παλτώ» [<ἰταλ. paltο],
ἀλλὰ «στυλ» [<γαλ. style < λατ. stilus< stylus < ἀρχ. ἑλ. στῦλος (εἶναι ἀντιδάνεια λέξη, ἄρα τηροῦμε τὴν ἑλληνική της ὀρθογραφία, ἡ ὁποία διατηρήθηκε καί στὴν γαλλικὴ γλῶσσα)] 


Ἐπίσης σὲ ἁπλοποίηση ὑπόκεινται καί λέξεις, οἱ ὁποῖες δὲν γνωρίζουμε ἀκριβῶς ἀπὸ ποιὰ λέξη προέρχονται καὶ ἔτσι ἀκολουθοῦμε τὴν ἁπλούστερη μορφή.
π.χ. νιώθω 
α´ ) νιώθω < νοιώθω < *ἐννοιῶ < ἔννοια
β´ ) νιώθω < γνώθω < γνώσκω < γιγνώσκω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου