Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ..!

Τὰ σὲ «-κέρως» (< κέρας) [Μονό-κερως, ἀιγό-κερως, ῥινό-κερως] ἂν καὶ ὁ κος Μπαμπινώτης τὰ θεωρεῖ ὡς κλινόμενα κατά τὴν ἀττική κλίση, ὅπως καὶ εἶχε γίνει στὴν ἀρχαιότητα ἀφ᾿ ὁρισμένους (δηλαδή: ὁ μονόκερως, τοῦ μονόκερω, κ.λπ.), ἐν τούτοις μία ἄλλη ὀπτική στὴν ἀρχαιότητα (τὴν ὁποία καὶ ἀσπάζομαι) θεωρεῖ ὅτι καθὼς τὸ συνθετικό «-κερως» προέρχεται ἀπὸ τὴν λέξη «κέρας» (γενική: τοῦ κέρατος) θέλει τὶς λέξεις νὰ κλίνωνται κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο: ὁ μονόκερως, τοῦ μονοκέρωτος, τῷ μονοκέρωτι, τὸν μονοκέρωτα... μονοκέρωτες, κ.λπ. ὁ ῥινόκερως, τοῦ ῥινοκέρωτος... κ.λπ.

4 σχόλια:

  1. Ε όχι και "αφ'ορισμένους", ευλογημένε! Ή μήπως να λέμε και "λίγο αφ'όλα"; Φόλα στους αφορεσμένους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και οι Ρινόκεροι του Ιονέσκο τι θα γίνουν; Ρινοκέρωτες μήπως κι αυτοί;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ἔφ᾿ὅσον ἔχει δασεία δὲν ἔνιωθα καλὰ νὰ μὴν δασύνω τὸ «π». Εἷναι ὑπὸ δοκιμή αὐτό.

    Οἱ ῥινοκέρωτες θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι. Τώρα, ὅπως νιώθει ἄνετα. Ἐγὼ ἀναφέρω τὸ σωστότερο. Δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μπορεῖς νὰ λὲς «ῥινόκερος» καὶ «ῥινόκεροι». Γιατὶ ἔχουν ἐνταχθεῖ σὲ ἄλλη κατηγορία οὐσιαστικῶν. Ὅμως, δὲν παύουν νὰ εἶναι σωστότεροι οἱ ἄλλοι τύποι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το λεξικό LSJ δίνει:
    ρινόκερως, ρινοκέρωτος
    αιγόκερως, αιγόκερω
    μονοκέρως ή μονοκέρων, μονοκέρω,
    αλλά μονόκερως, μονοκέρωτος

    ΑπάντησηΔιαγραφή